vita moderna

kisses, tears & psychodramas

19.6.16

Δελφοί φίλτρα


Έψαχνα χτες στη ντουλάπα να βρω τα απαραίτητα για την πρώτη εξόρμηση στη θάλασσα – για την ακρίβεια να μπω σ’ αυτό το πολύχρωμο μακρύ ποτάμι φλεγόμενης λαμαρίνας, προς τον νότο. Έψαχνα με μια μικρή αγωνία πως θα έχει χαθεί το μαγιό ή το καπέλο, είδη ταπεινά αλλά πολύτιμα γιατί δεν αντικαθίστανται εύκολα: έχω ψευδαισθήσεις πως από όλα τα καπέλα παραλίας αυτό με κάνει πιο συμπαθητικά ηλίθιο, το ίδιο και το μαγιό. Τα βρήκα όλα στη θέση τους, εκτός από μια φθαρμένη ψάθα περιπτέρου, ένα ελεεινό κατασκεύασμα το μοναδικό προσόν του οποίου είναι ότι διπλώνει και δεν πιάνει χώρο. Τελικά την εντόπισα κι αυτή, εντελώς τυχαία, σε μια πολυθρονίτσα δίπλα στο γραφείο όπου στοιβάζονται πράγματα αδιακρίτως. Κι αυτό είναι σχόλιο αφενός για το είδος τάξης και οργάνωσης που επικρατεί σε ένα σπίτι (με παιδί) (κατάλαβες τώρα, το παιδί φταίει) κι αφετέρου για τον χρόνο που μεσολαβεί από το ένα καλοκαίρι στο άλλο. Μέχρι να τακτοποιήσεις την ψάθα, ώσπου να ανεβάσεις τον ανεμιστήρα στο πατάρι, άντε πάλι κάτω. Γι’ αυτό και αποφεύγω τέτοια μάταια σπορ.
.
Από όλες τις κοινότοπες σκέψεις της παραλίας (δημοκρατία των σωμάτων, δημοκρατία της ρακέτας) διασώθηκε μόνο ένας συνειρμός, μια αρχαία εικόνα που ενεργοποιήθηκε πίνοντας ένα ούζο μπροστά στη θάλασσα.
.

.
Πρέπει να ήμουν 24 ή 25 χρονών εκείνο το καλοκαίρι και είχα κατέβει για λίγο στο χωριό, (πριν τις Κυκλάδες, ως συνήθως.) Κάποιο μεσημέρι περνούσα από το καφενείο και δυο-τρεις συμμαθητές με φώναξαν να κάτσω μαζί τους. Το τραπέζι κάτω από τον πλάτανο – πίνανε ούζο με μεζέ, στο πιάτο υπήρχε ντομάτα και κάτι ψαράκια τηγανητά. Είπαμε τα γνωστά αλλά σιγά-σιγά έπεσε σιωπή, καπνίζαμε και πίναμε κάπως αμίλητοι μπροστά στη θάλασσα του μεσημεριού, που τη θυμάμαι ίδια, από παιδί: λαμπυρίζει το κύμα ασταμάτητα και ο ζεστός, υγρός αέρας που φυσάει πότε-πότε κάνει τα πράγματα να μοιάζουν με ανάμνηση.
.
Κάπνιζα Μάλμπορο τότε αλλά δεν ξέρω πώς μου ήρθε και ζήτησα ένα τσιγάρο από το πακέτο που ήταν στο τραπέζι. Άνοιξα το κουτί των θαυμάτων και μύρισα τον καπνό πριν ανάψω. Με συνεπήρε αμέσως αυτή η κατάσταση, σαν να ανασύρθηκε ξαφνικά κάτι θαμμένο, μια ρίζα που βρήκε τρόπο να εκφραστεί - κατάλαβα ότι ξεκίναγα πλέον τους Δελφούς. Κι όπως διαπίστωσα μετά, ήταν μια συνειδητή επιλογή αυτή, μια στροφή σε κάτι που απέφευγα συστηματικά γιατί το αντιλαμβανόμουν εξαρχής πολύπλοκο και προβληματικό: μ’ αυτό το χρυσό πακέτο θα έσερνα έκτοτε μαζί μου ένα κομμάτι πατρίδας, όχι ακριβώς σαν ενθύμιο ή στοιχείο ταυτότητας, αλλά σαν εκούσια υπενθύμιση ότι είμαι για πάντα δεμένος με τον τόπο που έχω αρνηθεί.
.
Κάπνισα πολλά χρόνια Δελφούς και πάντα είχα την αίσθηση ότι σ’ αυτή την ηδονή υπήρχε η ανάμνηση ενός τραύματος – σαν ολόκληρη η ζωή να αποτελείται από εικόνες που δεν λένε να καθαρίσουν τη σημασία τους αλλά παραμένουν εκκρεμείς, ελκυστικές και απωθητικές συγχρόνως, να διηγούνται μια προσωπική ιστορία με την οποία δεν αποφασίζεις ποτέ να αναμετρηθείς ανοιχτά.
.

1.6.16

ξι κάπα λάμδα τόνος


Γράφω ξανά εδώ κι ακούω τις μηχανές να τρίζουν στα υπόγεια, γρανάζια αλάδωτα, αχρησιμοποίητα για μήνες. Ώστε υπήρξε πράγματι η εποχή των (μεγάλων) κειμένων, τακ τουκ τακ, πλήκτρα στην ησυχία - ας είναι καλά ένας άνθρωπος που μου πρότεινε κάποτε να μάθω τυφλό σύστημα· κατέβαινα σε μια σχολή στο κέντρο, ατέλειωτα κακοχτυπημένα φι ξι φι ξι, θα πήγαινα λέει στον στρατό και θα τους έλεγα «κύριοι, ξέρω γραφομηχανή». Κι εκείνοι έκθαμβοι θα απαντούσαν «Ω, μα αυτό είναι θαυμάσιο, περάστε από εδώ αγαπητέ, ιδού το γραφείο σας, ξεκινάμε, έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας.»
.
Μ’ αρέσει να αντιγράφω αποσπάσματα, με ησυχάζει αυτό.
.
***
Χτες το βράδυ είχα μια περίεργη συγκίνηση, έψαχνα να βρω μια μουσική ή μια εικόνα να βυθιστώ κι ίσως να κλάψω λιγάκι. Τα κατάφερα με την τελευταία σκηνή του never let me go, μου έχει εντυπωθεί αυτό το φινάλε, δεν ξέρω ποιο είναι βαθύτερο, αυτό ή του Άγγλου ασθενή, εκείνη η γυναικεία φωνή off ή αυτή, πάντως και τα δύο για τον θάνατο μιλάνε: «Πεθαίνουμε πλούσιοι από εραστές, από γεύσεις που κατάπιαμε. Από κορμιά, που τα κολυμπήσαμε σαν να ταν ποτάμια» λέει η Κριστίν Σκοτ Τόμας, «We all complete. Maybe none of us really understand what we've lived through, or feel we've had enough time...» λέει η Κάρει Μάλιγκαν. Και πώς παίζει έτσι θεέ μου αυτή η κοπέλα, είναι διαρκώς έτοιμη να αναλυθεί σε δάκρυα.
.

.
Όμως το πρωί ξύπνησα χαρούμενος, παράξενα αισιόδοξος. Λοιπόν, ευτυχώς, μέχρι να πεθάνουμε, θα ζήσουμε! Ή, θα δούμε, τέλος πάντων. Μη ρωτάς τι θα κάνω / μπορεί να πεθάνω / μπορεί και να ζήσω / δεν ξέρω, θα δω. Μ’ αυτό το βαλσάκι κλείνει η παράσταση της Όλιας Λαζαρίδου, το Άσμα ασμάτων ή μια νύχτα κάτω απ’ τ αστέρια. Το τραγούδι ανέβασε ο Χρήστος Αγγελάκος και το μεταφέρω εδώ
.
***
Δεν υπάρχουν άγιοι άνθρωποι, τρου στόρι. Υπάρχουν όμως συμπεριφορές και στάσεις ζωής λιγότερο συνηθισμένες. Είναι λοιπόν Τρίτη πρωί, η τελευταία ημέρα του Μαΐου και ο Θανάσης Π. αυτοπροσώπως έχει έρθει με τους μουσικούς του να παίξει σε μια αίθουσα εκδηλώσεων που βράζει, μπροστά σε δέκα δασκάλους και πέντε γονείς και τριάντα παιδιά του ειδικού σχολείου, παιδιά που χαίρονται και τσιρίζουν και ουρλιάζουν. Δεν θα το μάθει κανείς, δεν έχει ανακοινωθεί πουθενά, δεν θα εξαργυρωθεί με κανέναν τρόπο. Πίνει στο τέλος ένα τσίπουρο στο πόδι, του δίνουν συγχαρητήρια, μια κυρία του λέει «απορώ πώς γεμίζουν τα στάδια μ’ αυτά τα τραγούδια κι αυτούς τους στίχους που γράφετε», για καλό το λέει βέβαια, «έλα ντε! κι εγώ απορώ», της απαντάει. Αλλά ξέρουμε όλοι ότι τα στάδια γεμίζουν και γι’ αυτόν τον λόγο, επειδή σήμερα στέκεται έτσι φυσικά και απροσποίητα μπροστά μας, να εξηγεί με τον τρόπο του εκείνο το ευαγγελικό δωρεάν λάβετε, δωρεάν δότε, πως κατά τη γνώμη του δεν κάνει και τίποτα φοβερό ο ίδιος, τον επισκέπτονται τα τραγούδια, εκείνος απλώς μεσολαβεί, τρέχουν τα ρυάκια στο υπέδαφος και πότε-πότε αναβλύζουν - να έχουμε ένα μέτρο των πραγμάτων, μας συστήνει. Αυτός, ο άνθρωπος αυτός. Είναι σπουδαίος και η σημερινή του κίνηση το επισφραγίζει - μπράβο του και χίλια μπράβο.
.
.
Με κάποια άλλα παιδιά και λίγους συνοδούς καθηγητές, σε βραδινή επίσκεψη στο μουσείο της Ακρόπολης, πριν μερικές ημέρες. Προσπαθείς να στρέψεις το ενδιαφέρον τους στα εκθέματα αλλά υπάρχει ένα διάχυτο γκλαμ κλίμα κάπως αποπροσανατολιστικό, το πιάνουν τα παιδιά αυτό, ότι το θέμα είναι το ίδιο το μουσείο. Αρκετός κόσμος στο εστιατόριό του, χαμηλό φως και κεράκια, ένα σχήμα έπαιζε ζωντανά - τι άλλο, Χατζιδάκη. Έμεινα λίγο στο τέλος να χαζέψω, μου έκανε εντύπωση μια μικρή οχλαγωγία στα τραπέζια, αλλάζουν σιγά σιγά και οι δυτικοευρωπαίοι τουρίστες. Βγήκα έξω στη μυρωμένη νύχτα, κορίτσια και αγόρια αγκαλιά, το φεγγάρι ψηλά. Ένα μπαράκι είχε εγκαίνια, άλλη ζωντανή ορχήστρα εκεί, το κοντραμπάσο ξαπλωμένο -τους πέτυχα στο διάλειμμα. Ρώτησα έναν μουσικό αν παίζουν τζαζ και τι είδους. «Κυρίως Χατζιδάκη» μου λέει, «και διάφορα άλλα».
.
Τι θα κάναμε χωρίς τον Χατζιδάκη δεν ξέρω, κολλάει παντού, κολακεύει το προφίλ μας, αρέσει σε όλους, ποιος θα είχε αντίρρηση για λίγο Χατζιδάκη ακόμα. Αν τον αφαιρούσαμε, άραγε, τι θα έμενε σε ένα ιντερνάσιοναλ πρόγραμμα; [Ξαρχάκος, φαντάζομαι, ή Θεοδωράκης (παιγμένος χατζιδακικά.)]
.
***
Σχολεία. Για κάποιο διάστημα άκουγα τη φράση και δεν καταλάβαινα τι γίνεται, αν εγώ δεν έπιανα κάτι σωστά ή τα παιδιά αγνοούσαν τη σημασία του. Ευτυχώς υπάρχει το τρομερό slang.gr – ούτε ένα, ούτε δύο, εφτά χρόνια πριν το «ούτε καν» άλλαξε τη σημασία του. Παραπάνω μάλλον, αφού τότε απλώς το καταγράφει τo σάιτ. Εδώ. (Μου κάνει εντύπωση ένας αδιόρατος συντηρητισμός για slang.gr , στο ευφυές παράδειγμα "ούτε καν καν καν" σημειώνει τη χρήση ως σωστή κι όχι ως τη συνήθη. Λέμε, τώρα.)
.
***
Λοιπόν πίστευα ότι δια της μεθόδου των ελεύθερων συνειρμών θα έφτιαχνα ένα ποστ σαν τα παλιά – τελικά έφτιαξα έναν τοίχο του φέισμπουκ κι εδώ, ε μπιτ οφ δις εντ ε μπιτ οφ δατ, βιντεάκια, σοφίες, αιώρες, παπαγάλοι. Εξοντώθηκα, εν τω μεταξύ - τι καταναγκασμός κι αυτό το μπλόγκινγκ. Αχ, παρήλθαν οι χρόνοι. Βάι-βάι.
.

31.5.15

παράπονο κανένα


.

.
.
Κύριε, το ξέρετε, για μένα είστε κάτι περισσότερο από κύριος γι’ αυτό και έχω το θάρρος να σας μιλάω. Έχω πολλά νέα να σας πω, δεν σας έχω δει τελευταία. Έπιασα σπίτι στ’ όνομά μου, με συμβόλαιο, κανονικά, 180 ευρώ ενοίκιο, λογαριασμούς, τα πάντα, θα με βοηθάει στην αρχή η γιαγιά μου μέχρι να βρω δουλειά. Και ο πατέρας μου μού λέει αν θέλω να πηγαίνω σπίτι του να τρώω, δεν υπάρχει πρόβλημα - εντάξει δεν θέλω να πηγαίνω γιατί τσακωθήκαμε και πρέπει να κάτσω να σκεφτώ τι θα κάνω. Μου μίλησε άσχημα, του μίλησα άσχημα, δεν μπορώ να είμαι τόσο γρήγορος, μου λέει καθάρισε τα ψάρια, πιο γρήγορα, άντε δώσε μου αυτό και δώσε μου εκείνο, κάτσε, μισό λεπτό, δεν τηνε ξέρω τη δουλειά του λέω. Μου λέει άνοιξε τα μύδια με το μαχαίρι, του λέω δεν ξέρω να το κάνω αυτό, νευριάζει, θολώνει, μιλάει άσχημα. Καλύτερα μόνος μου. Και με τις αδερφές μου δεν μιλάω, μετά που η Λένα μίλησε έτσι στη γιαγιά, της λέω φύγε να μη σε βλέπω γιατί θα σε βαρέσω. Έφυγε από το σπίτι και λέει ότι μένει με μια φίλη της αλλά δεν ξέρω, δεν την πιστεύω. Κι ούτε με νοιάζει. Και τώρα εδώ στο σχολείο άμα δείτε, περνάμε, εγώ εδώ αυτή εκεί και ούτε που την κοιτάω.
.
Δεν το παραδέχεται αλλά ξέρετε τι πήγε κι έκανε, ε; Φασώθηκε κανονικά, συγγνώμη που τα λέω έτσι, εμείς έτσι τα λέμε, φασώθηκε με τον γκόμενο της άλλης της αδερφής μου, της Χριστίνας. Καλά η Χριστίνα, τρελάθηκε, ήθελε να τη σκοτώσει, εγώ μπήκα στη μέση και της λέω άσ’ την τώρα, γάμα την, τελείωσε αυτό, μπορεί και να μην είναι αλήθεια, με τον άλλο τον μαλάκα να δεις τι θα κάνεις που σε τράβηξε από το σχολείο και τώρα γουστάρει τη μικρή. Καλά η Λένα είναι δεκαπέντε, είναι βλαμμένη, της λέω, εσύ είσαι μεγάλη, και πήγες και βρήκες τον ηλίθιο τον τσιγγάνο – αυτούς κανονικά πρέπει να τους καθαρίζεις αμέσως όπου τους βρεις κύριε, εγώ με τον που τον είδα κατάλαβα, λέω πάει, τη χάσαμε τη Χριστίνα. Η Χριστίνα με έφερε εμένα στο σχολείο κύριε, θυμάστε, εγώ ούτε που ήξερα από σχολεία και τέτοια, ούτε ήθελα να έρθω και μου λέει έλα ρε θα είμαστε μαζί, θα σε βοηθάω, μην είσαι χαζός. Και ήρθα και στην αρχή ήμουνα λίγο παράξενος και έκανα αυτή τη βλακεία με το τζάμι και το λέω, λάθος μου, πάνω στα νεύρα μου έγινε. Το είπα και στον διευθυντή, πιστεύω μου άξιζε η αποβολή και αν είχα λεφτά έπρεπε κανονικά να το πληρώσω εγώ. Αλλά κατάλαβα μετά ότι είστε όλοι καλοί οι καθηγητές και πάνω απ’ όλα καλοί ανθρώποι και τώρα θέλω να προσέχω και να είμαι καλό παιδί. Πιστεύω ότι δεν έχετε πια κανένα παράπονο από εμένα κύριε. Έχετε;
.
Η Χριστίνα ήταν η καλύτερη μαθήτρια στην τάξη, όλοι το λένε, δεν νομίζω να διαφωνείτε, έβγαλε μέσο όρο δεκαοχτώ κι εφτά στο πρώτο τρίμηνο. Και της λέει ο γύφτος - είναι κανονικός γύφτος κύριε, τσιγγάνος, με δυο παιδιά και έχει πάρε δώσε με την αστυνομία. Δίνει κόσμο για να μένει ο ίδιος έξω, σας λέω, έτσι και τονε βρώ μπροστά μου δεν ξέρω τι θα κάνω, μπορεί να θολώσω κι εγώ σαν τον πατέρα μου- πάει που λέτε ο γύφτος και της λέει το σχολείο κομμένο. Άμα θέλεις να είσαι μαζί μου, το σχολείο κομμένο. Και έγινε χαμός, έπεσε η γιαγιά μου, θυμάστε, ερχόταν εδώ και σας έλεγε κάτι να κάνετε για να μην κόψει το σχολείο και πιάσατε όλοι και της μιλήσατε. Αλλά εγώ κατάλαβα πως θα το σταματήσει. Και της λέω αυτή θα είναι η μεγαλύτερη βλακεία που θα κάνεις. Και ξέρετε τι άλλο της είπα; Κοίταξε μόνο να μη μείνεις έγκυος, αυτό της είπα, σαν να το ήξερα. Και τώρα, είναι έγκυος κύριε, το έμαθε χτες η γιαγιά μου και τρελάθηκε. Την πήρανε τηλέφωνο και της είπανε έχουμε να σου πούμε και τα ευχάριστα, θα έχεις δισέγγονο. Τρελάθηκε η γιαγιά μου, τι μου λες τώρα φώναζε στο τηλέφωνο, τι είν’ αυτά, πετάχτηκα εγώ, της λέω ηρέμησε να δούμε τι θα κάνουμε, τι να ηρεμήσω μου λέει, πάει τώρα τελείωσε, μας την έφαγε την κοπέλα ο τσιγγάνος. Μένουνε όλοι μαζί κύριε, πρέπει να είναι έξι εφτά άτομα, ούτε ξέρω ποια είναι τα παιδιά του και ποια είναι η μάνα του, αυτοί έτσι ζούνε. Και εκεί μέσα τη φαντάζεστε τη Χριστίνα, να πλένει να μαγειρεύει και να έχει το παιδί του τσιγγάνου; Δεν θέλω να έχω πάρε δώσε πλέον, δεν θέλω να τις ξέρω τις αδερφές μου, τις σιχάθηκα. Θέλω να τελειώσω το σχολείο και να μην ασχολούμαι με κανέναν τους.
.
Και ο πατέρας μου, μπορεί να είναι αυτό που είναι αλλά θυμάμαι μας έλεγε να είμαστε πάντα ενωμένοι. Εσείς οι τρεις τουλάχιστον, να είστε σαν μια γροθιά, αγαπημένοι. Και τα άλλα τα παιδιά αφήστε τα, απλώς να τους μιλάτε, να μην είσαστε εχθροί. Θυμάστε, σας έχω πει ότι ο πατέρας μου έχει άλλα τρία παιδιά από άλλο γάμο. Και μου λέει άσ’ τους αυτούς, εσείς οι τρεις να είστε ενωμένοι τώρα που θα μπει η μάνα σας μέσα. Αυτά δεν ξέρω αν τα ξέρετε, τα έχω πει στον μαθηματικό μια μέρα που μιλάγαμε και με ρώταγε τι έχω. Η μάνα μου κύριε, ίσως να το έχετε ακούσει, κάνει χρήση πολλά χρόνια. Τώρα είμαι δεκαέξι, κάνει χρήση απ’ όταν ήμουνα οχτώ. Είναι έξι μήνες μέσα, είναι καλά μου λένε, αλλά έχουμε περάσει πολλά με τη μάνα μου. Τρελαινόταν, πέταγε πράγματα, έβριζε πολύ άσχημα, χτύπαγε τις αδερφές μου, χτύπαγε κι εμένα - καλά αυτό δεν με πείραζε γιατί ήξερα ότι το κάνει πάνω στα νεύρα της και ότι μετά θα της περάσει. Και ποιος την έβαλε στα ναρκωτικά, ξέρετε; O θείος μου, αυτός έκανε χρήση από μικρός, στην αρχή της έδινε κανένα τσιγαριλίκι, καλά αυτό πες εντάξει, όλοι κάνουμε, αλλά μετά άρχισαν τα χάπια και μετά η πρέζα. Και του έχω πει, άμα η μάνα μου πάθει κάτι, να ξέρεις ότι κι εσύ τελείωσες, όλοι τελειώσαμε. Να, στο σταυρό που σας κάνω, θα τον τελειώσω εγώ. Γιατί για τη μάνα μου τρελαίνομαι, άμα μου πει ο άλλος κάτι για τη μάνα μου μπορώ να τον καθαρίσω επί τόπου, βρίσε με εμένα, τον Χριστό μου την Παναγία μου, δεν με πειράζει. Με τη μάνα είναι αλλιώς, έχετε ακούσει που λένε μάνα είναι μόνο μία. Αλλά ευτυχώς είναι καλά τώρα, μιλάμε στο τηλέφωνο, την ακούω εντάξει, μόνο κάτι τατουάζ έχει κάνει απ’ όσο μου λέει, αλλά είναι καθαρή. Την καταλαβαίνω αμέσως αν έχει πιει, αν είναι στενοχωρημένη, αν είναι κανονική, την καταλαβαίνω από τη φωνή, δεν μπορεί να μου κρυφτεί εμένα η μάνα μου. Αλλά την αγαπάω και στενοχωριέμαι μ’ αυτά που γίνονται τώρα με τις αδερφές μου, δεν ξέρει ότι δεν μιλάμε μεταξύ μας. Τουλάχιστον άμα δεν είμαι καλά όπως τώρα, πετάω τα περιστέρια και ξεσπάω. Αυτό το χρωστάω στον πατέρα μου, αυτός μου έμαθε να τα πετάω. Ξέρετε πόσα έχω τώρα;
.

11.3.15

η βασική περιουσία


.

.
Δεν ξέρω αν περίμενα να σκάνε βεγγαλικά (μέσα μου, γιατί γύρω μου βλέπω πώς πάει το πράγμα). Κάπως αλλιώς το φαντάζεται κανείς, ακόμα κι αυτό εδώ το σημείωμα που γράφω βιαστικά, πριν ξημερώσει, το είχα στο μυαλό μου πιο φορτισμένο και μεγαλειώδες. Αλλά τα πράγματα μόνο στην ανάμνησή τους φαίνονται μεγάλα, η ζωή αναλύεται συνήθως σε κάτι μικρές, μετέωρες, αντιποιητικές στιγμές. Το γεγονός, ας πούμε, ότι τελειώνει σήμερα η περίοδος της ανησυχίας (για την έκδοση) φέρνει μια νέα ανησυχία: και τώρα, που δεν έχουμε να περιμένουμε κάτι, τι κάνουμε;
.
Υπάρχει ένα βιβλιαράκι από τις εκδόσεις Άγρα (που μετέφρασαν οι φίλοι Ευαγγελία και Γιάννης) με τίτλο Ένας τόπος ασφαλής. Έτσι αισθανόμουν πάντα το μπλογκ, σαν μέρος προστατευμένο, τόπο αφσφαλή. Υπήρξα πολύ τυχερός και το λέω χωρίς ψευτοσεμνότητες και ακκισμούς– όλοι οι άνθρωποι με τους οποίους διασταυρώθηκα αυτά τα χρόνια, είχαν μια αδιανόητη θέρμη και γενναιοδωρία στην επαφή. Με αγχώνει κάπως αυτή η απομάκρυνση και αισθάνομαι το πέρασμα σαν μικρή προδοσία. Αν και θυμάμαι σχόλια από αντίστοιχες περιπτώσεις, του τύπου ζησ’ το αυτό τώρα, μην το κρίνεις, μη λειτουργείς ενοχικά. Κάνω ό,τι μπορώ βέβαια αλλά είναι σαν να απαιτούμε να ενωθούν όλες οι φωνές σε μία – δεν δουλεύουν έτσι τα ανθρώπινα. Συγκίνηση, ναι, αλλά και διάσπαση και εκκρεμότητα και μια μικρή αίσθηση αποπροσανατολισμού. Τι πράγμα κι αυτό, να μην μπορούμε να ταυτιστούμε με ένα καθαρό συναίσθημα. Ίσως φλυαρώ χωρίς λόγο - μάλλον κάτι άλλο θέλω να πω και το περιπλέκω: πως η βασική μας περιουσία στη ζωή είναι οι φίλοι.
.
Τώρα σκέφτομαι να κάνω κάτι που συνηθίζεται σ’ αυτές τις περιπτώσεις, να κατέβω στα βιβλιοπωλεία του κέντρου, να το δω στον πάγκο ανάμεσα σε άλλα. Και αν υπάρχει όντως αυτός ο χαρμόσυνος, μακρύφυλλος βασιλικός της Λεσπριτίας ανάμεσά τους, λίγο πριν πέσει το βράδυ, να μπω σε ένα τυχαίο μπαρ, μόνος ή με έναν φίλο που καταλαβαίνει, να παραγγείλω ένα ουίσκι, να το πιω σε σιωπή. Κι ύστερα άλλο ένα. Κι αν χρειάζεται άλλο ένα, ώσπου να δακρύσω -πραγματικά ή νοερά, δεν έχει σημασία. Που έστω και καθυστερημένα η ζωή μού προσφέρει τα πράγματα που πόθησα περισσότερο.
.
Ευχαριστώ την Εύα Καραϊτίδη γι’ αυτό το δώρο – μια έκδοση τόσο φροντισμένη, τόσο του γούστου μου. Για όλα τα υπόλοιπα ευχαριστώ, νομίζω ξέρει ο καθένας ακριβώς το τι και πώς και πόσο.

10.1.15

εργολάβοι και ηδύποτα


.

.
Τα θυμάμαι, σχεδόν ίδια, από τη δεκαετία του εβδομήντα: τα δώρα-ποτά των επισκέψεων: κόκκινο περιτύλιγμα χωρίς διακριτικό καταστήματος και χρυσός φιόγκος με σελοτέιπ, στην πάνω γωνία. Υπήρχε πάντα η υποψία ότι είναι δώρο μεταφερόμενο, μπορούσες να δεις τις φθορές στις γωνίες. Θυμάμαι τον πατέρα να ξεκολλάει προσεκτικά τις άκρες του ώστε να δούμε το περιεχόμενο χωρίς να καταστραφεί το περιτύλιγμα. «Ουίσκι», αποφαινόταν με μικρό ενθουσιασμό, ή «κονιάκ» ή «βερμούτ» ή «λικέρ» κατά περίπτωση, με τόνο πιο ουδέτερο – μια μικρή απογοήτευση για όλους. Είναι αδιευκρίνιστος ο λόγος για τον οποίο γινόταν αυτή η μικρή επιχείρηση αφού ως οικογένεια δεν προσφέραμε τέτοια δώρα σε άλλους· πέρα από την ανησυχία μήπως επιστραφεί το ίδιο πακέτο στον δωρητή του, υπήρχε μια αίσθηση αναξιοπρέπειας – δεν τα κάναμε εμείς αυτά.
.
Τα ποτά, έτσι κλειστά, τοποθετούνταν δίπλα σε άλλα ποτά-δώρα, στο σύνθετο, σ’ αυτό το ντουλαπάκι που έκρυβε τη δική του ζωή: κάτι σοκολατάκια Τζοκόντα ή τα πολυτελείας της ΙΟΝ (με έμφαση στις πράσινες νουαζέτες), λίγες ξεχασμένες σταφίδες ή φουντούκια στην κρυστάλλινη πιατέλα με τα χωριστά διαμερίσματα (πώς λέγεται αυτό το σχεδιαστικά αξεπέραστο αντικείμενο;), ξερά σύκα (που προσφέρονταν συνήθως με φρέσκα αμύγδαλα), κάτι αχρησιμοποίητα σουβέρ, κορδέλες σε διάφορα χρώματα – υπολείμματα προηγούμενων συσκευασιών. Εννοείται ότι δύσκολα καταναλώνονταν τέτοια ποτά, εξού και στο περίφημο ντουλαπάκι του πατρικού εγκαταβιούν ακόμα κάτι μυθικά λικέρ από εκείνες τις μακρινές δεκαετίες. Ακόμα και τώρα όμως, δεν αποφασίζω να αφαιρέσω το περιτύλιγμά τους χωρίς κάποιες αόριστες τύψεις ότι παραβιάζω το οικογενειακό πρωτόκολλο.
.
Από τις καταθλιπτικότερες εφευρέσεις της μικροαστικής οικογενειακής ζωής, ιδίως όταν είσαι παιδί, αποτελούν οι απογευματινές επισκέψεις των συγγενών, την περίοδο των γιορτών. Κατά τις πεντέμισι το απόγευμα, μ’ αυτό το χλωμό χειμωνιάτικο φως απ’ έξω και το χλωμότερο φως του σαλονιού μέσα, εκτυλίσσεται το μίνι δράμα: υψηλός τόνος και επιτηδευμένη εξωστρέφεια στην είσοδο, καλώς τους καλώς τους, περάστε να καθίσετε, αμηχανία και επαναλήψεις στη συνέχεια: –Πώς τα πάτε εσείς; –Ε, ας τα λέμε καλά.
.
Κρυβόμουν στα μέσα δωμάτια προσπαθώντας να μην εμφανιστώ, η μαμά στην πόρτα αυστηρή, τι πράγματα είναι αυτά τα παιδί μου, σε περιμένει ο κόσμος. Τόσα βλέμματα, τόσα άγνωστα πρόσωπα, τόσα ονόματα, τόσα φιλιά. Πανικός. Κι ακόμα μεγαλύτερος πανικός, ένα άγνωστο παιδάκι να περιμένει στη γωνία του, ζαρωμένο, να πάτε με τον Νικολάκη να παίξετε. Τι να παίξουμε, σκεφτόμουν, δεν βλέπετε ότι μας χωρίζει αγεφύρωτο –ηλικιακό και όχι μόνο– χάσμα;
.
Θυμάμαι ακόμα την αίσθηση του σαλονιού μετά την επέλαση. Ανοιχτές πόρτες να φύγει ο καπνός αλλά η ατμόσφαιρα παρέμενε βαριά από κάτι ανοίκειο, ξένο, σαν η προηγούμενη οχλαγωγία να είχε κατακαθίσει πάνω στους καναπέδες όπως η ζάχαρη-άχνη στους κουραμπιέδες. Τασάκια φορτωμένα αποτσίγαρα, κρυστάλλινα ποτήρια με το σημάδι του κραγιόν, κάτι υποψίες γυναικείων αρωμάτων πίσω από δεκάδες άσσους φίλτρο μαλακό, του πατέρα. Ευτυχώς, τίποτα δεν κρατάει για πάντα – επιστροφή στη γνωστή μας σιωπή.
.
Αλλά επειδή η νοσταλγία είναι ύπουλο πράγμα, πέρα από τα εξωτικά ηδύποτα και τα αχώνευτα φρουί γλασέ, τους απλούς εργολάβους και τους εργολάβους-σάντουιτς, τα παντοειδή κεράσματα (συνήθως κύλινδροι σοκολάτας με κρέμα, τυλιγμένοι με ασημόχαρτο ως τη μέση) και τις κλασικές πάστες που μεσουράνησαν στις δεκαετίες του ’70 και ’80 (νουγκατίνες, σεράνο, κωκ, κορμοί αμυγδάλου), θυμάμαι με αγάπη κάποιες σπάνιες καραμέλες ούζου που έφερναν οι θείοι (πρόσφεραν μια ξαφνική γεύση ενηλικίωσης), τις συρταρωτές σοκολάτες γάλακτος με τα πρόσωπα-παζλ, τα τυλιχτά γλυκά-κάστανο (τα υπέροχα μαρόν-γλασέ), τα αιώνια σοκολατάκια-μαργαρίτες αλλά και τα μαστιχωτά αμυγδαλωτά της μαμάς.
.
Ένας ολόκληρος γευστικός πλανήτης, που ξεθωριάζει με ταχύτητα.
.
Καλή χρονιά σε όλους.
.
Μεθεόρτιο και ευχετήριο, για το Lovecooking.gr

16.10.14

τάξι στόριζ


Μπαίνω σε ταξί με μανούλα. Μανούλα συν ταξί ίσον εξετάσεις-νοσοκομεία, κλάσικ. Ο ταξιτζής είναι σαραντάρης, ευγενής. Ακούω τους μάγους και αναρωτιέμαι ποιος σταθμός βάζει στην πρωινή ζώνη το Φορτηγό. Με συγκινεί πολύ εδώ η φωνή του Σαββόπουλου, είναι και η χαρακτηριστική ηχογράφηση, ακούγεται πολύ ο χώρος. Αυτό το ταμπούρλο με τα δάχτυλα πάνω στην κιθάρα αλλάζει μαγικά το τοπίο έξω από το τζάμι - το ακριβώς ανάποδο του να χαζεύεις τους ανθρώπους και την πόλη υπό τον Real fm. Κοιτάζω να δω μήπως κινείται κανένα RDS, τίποτα. Αν μπει η Ζωζώ, σκέφτομαι, ο άνθρωπος είναι δικός μας. Μπήκε. :-)
.

.
Σε δύο ώρες επιστρέφουμε με άλλο ταξί. Νεότερος αυτός, ακούω αμέσως ότι παίζει Θανάση Παπακωνσταντίνου, αλλά τι πιθανότητες υπάρχουν να πέσω ξανά σε ψαγμένον; Κοιτάζω το ηχοσύστημα και ναι, έχει καρφώσει το mp3 επάνω του ο άνθρωπος. Του εξηγώ το περιστατικό, «πωωω, να το φορτώσω κι εγώ το Φορτηγό», μου λέει. Κουβεντιάζουμε λίγο για Σαββόπουλο, πώς κατέληξε έτσι αυτός ο ποιηταράς κλπ, λέμε και για τη Σούμα, «έχεις αντίτυπο αριθμημένο και υπογεγραμμένο στην τελευταία σελίδα»; με ρωτάει. (Δεν ήξερα να του πω, κοιτάζω σήμερα, δεν είναι τέτοιο). Πληρώνω και χαιρετάω, «ψάξε τον Λεωνίδα Μπαλάφα» μου φωνάζει απ΄το κατεβασμένο παράθυρο. Η μάνα, τόση ώρα αμίλητη. Πολλά πράγματα ήξερε αυτό το παιδί, μου σχολίασε μετά.
.
(Σύγχρονα ταξί- κέντρα πολιτισμού. Καλή φάση.)
*
Ωραίοι τύποι βέβαια αλλά δεν πιάνουν μία απέναντι στον αγαπημένο μου, λίγα χρόνια πριν. Είναι καλοκαίρι και κάθομαι μπροστά, ο τύπος πενηντάρης, αξύριστος και ιδρωμένος - φανελάκι, κοιλιά, φραπές, τσιγάρο. Λογικά, περιμένεις λαϊκά. Ακούει κάποιον ενημερωτικό σταθμό, διακόπτουν και βάζουν το supergirl. Δεν πίστευα στ' αυτιά μου όταν άρχισε να το σιγοτραγουδάει, είναι βέβαια εθιστικό ρεφρέν, αν δεν ντρεπόμουν θα το τραγούδαγα μαζί του (μπορεί και να το ψιθύρισα για λίγο). Με είδε που τον κοίταζα με την άκρη του ματιού μου, πρέπει να ντράπηκε και το σταμάτησε. Είχαμε πλάκα, έτσι εγκλωβισμένοι κι οι δυο στις ηλικίες και τους ρόλους και τα στυλ μας, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων που συντονιστήκαμε για λίγο πάνω στο χιτάκι. (Δυο τέλεια καμουφλαρισμένα supergirls).
.

16.4.14

Η τυραννία της άνοιξης


Σχεδόν μια δεκαετία μετά, μου φαίνεται κάπως αλέγκρο και φωτεινό το υφάκι του για σήμερα- έχουν αλλάξει δραματικά τα πράγματα από τότε. Έπεσα, όμως, χθες πάνω σ' αυτή την ανοιξιάτικη συλλογή έργων του Βαν Γκονγκ και τα συνέδεσα στο μυαλό μου. Του έκανα κι ένα μικρό update, να ξεαραχνιάσει.

*
Αφού ξεμπερδέψεις κακήν κακώς με τις ιώσεις και σταθείς ανυποψίαστος στο ανοιχτό παράθυρο, σε περιμένει αυτή. Μοιάζει με απλή εποχή του έτους, αλλά πρόκειται για ολοκληρωμένο σύστημα παραγωγής ιδεολογίας. Η επικράτεια της, αν σε βρει μπόσικο, θα σε γονατίσει.
.


.


.
Ξεκινάει με ένα γλυκό αεράκι που εισβάλλει αθώο, προσθέτοντας νέους πόθους πάνω στους παλιούς για μια ζωή γεμάτη έρωτα, ποίηση και μαργαρίτες. Με τον πρώτο ρεμβασμό σου ενεργοποιείται το πλήρες πακέτο, ήτοι η επιστροφή σε έναν αυθεντικό τρόπο ζωής με μοναδικούς πρωταγωνιστές τον καλύτερό σου εαυτό και τον ιδανικό άλλο, στην αγκαλιά της μαμάς-Φύσης. Αυτή η διαχρονική προπαγάνδα του ρομαντισμού που αξιοποιεί αποτελεσματικά ο κινηματογράφος και η σύγχρονη διαφήμιση, απαιτεί ψυχοβγαλτικά να ζήσεις κι εσύ το προσωπικό σου ρομάντζο. Έχεις ήδη αργήσει. Είναι η ώρα που πρέπει να σαλτάρεις στο τρένο του πάθους- ή τώρα ή ποτέ.
.
Η σκέψη του έρωτα που μας βασανίζει παιδιόθεν, πολλαπλασιάζει ανοιξιάτικα τις επιθέσεις της, επιστρατεύοντας κάθε γνωστό κλισέ, σπέρνοντας κρίσεις πανικού και μελαγχολίας στις άδολες ψυχές. Βοηθάει και ο έμφυτος μελοδραματισμός της φυλής, μια ροπή για υψιπέτεια που μας κληροδοτήθηκε. Βοηθάει και η σημειολογία της ποιητικής μας παράδοσης, από το σολωμικό «έστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη» ως το λαϊκότροπο «Απρίλη μου ξανθέ και Μάη μυρωδάτε-καρδιά μου πώς αντέ» που υποδαυλίζει διαρκώς το συναίσθημα. Έτσι γλυκασμένο το ταλαίπωρο σώμα, θα παραδοθεί ανυπεράσπιστο σε όλα αυτά τα αρώματα, τα νυχτολούλουδα, τις πασχαλιές, τα φεγγάρια, τους Επιτάφιους, τη νυχτερινή σιγαλιά, τα φαναράκια, την υμνολογία του «άξιον εστί» που θα το αποτελειώσουν· τέτοιο λυρικό μεγαλείο, τόσος πλούτος πάνω στις πλάτες ενός έρμου αποδέκτη της μακραίωνης παράδοσης του έθνους: εσένα!
.
Ύστερα είναι και οι καμπάνες της μεγάλης Εβδομάδας. Καθημερινά, επίμονα, συστηματικά, απλώνεται στην πόλη το πένθιμο σάουντρακ των ημερών, στήνοντας τον προσωπικό Γολγοθά των μοναχικών καρδιών. Έρημος και μόνος θα αναζητήσεις ένα εκκλησάκι, μια φιλόστοργη αγκαλιά για τη μεγάλη Παρασκευή των δικών σου παθών. Αμ δε! Τίποτα δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Αρκεί, αίφνης, ένα φλογερό ζευγάρι που φιλιέται στη μέση του δρόμου, για να απορρυθμίσει τις εύθραυστες ισορροπίες όσων εισέρχονται αμέριμνοι στην ακτίνα του. Προτεραιότητες ανατρέπονται, απωθήσεις ανασύρονται και τελικά στήνεται ένας καθρέφτης να κοιτάξεις. Ποιος είσαι και πού βαδίζεις. Ποια τα ζητούμενα και ποια η γεύση της ζωής.
.


.
Είναι βέβαια και η καλή δουλειά που γίνεται όλο τον χειμώνα στα γυμναστήρια- λίγος πραγματισμός δεν βλάπτει. Το ήδη πελαγωμένο αντρικό φύλο δέχεται τώρα τη συντονισμένη εαρινή επίθεση των κορασίδων, των λυγερών παρθένων, των λυσσικόμων, στιλπνών παιδίσκων (αυτή η γλωσσική κληρονομιά του Εμπειρίκου είναι εμπνευστική), των μαινομένων, δεσποτικών, αθώων, αδυνάμων, ασπαιρουσών, απαστραπτουσών, αεί και εις πάντας τους αιώνας ιδίων γυναικών. Ενδεχομένως να ισχύει και αντίστροφα αλλά δεν έχουμε πρόχειρα τόσα επίθετα- ακόμα και η γλώσσα στην περίπτωση αυτή, μεροληπτεί.
.
Πάντως, άντρας ή γυναίκα, μικρός ή μεγάλος, πλούσιος ή πένης, η Άνοιξη θα δοκιμάσει σκληρά τα έωλα πιστεύω σου, μην έχεις αυταπάτες. Όσο και να απορροφηθείς από το σκάνδαλο μιας χώρας υπό διαρκή σωτηρία και μόνιμη κατάρρευση, δεν γίνεται να ξεχάσεις το βασικό, καθημερινό σκάνδαλο που εκτυλίσσεται παράλληλα: τον μόνο εαυτό σου, παραδομένον στην αγιάτρευτη ανάγκη για έρωτα μέσα στη φαντασμαγορία της άνοιξης. Ας ήξερες, τουλάχιστον, τι απ’ αυτόν τον καταναγκασμό είναι δικό σου κατόρθωμα και τι όχι. Ας ήξερες σε ποιο μυθιστόρημα, σε ποιο θεατρικό έχεις κληθεί να συμμετάσχει και ποιο το τέλος των ηρώων.
.
(Υπερβολές. Κι αυτή η άνοιξη θα είναι περαστική. Ο Απρίλιος είναι άλλωστε ο σκληρότερος μήνας.)
.

(Athens Voice, Μάιος 2005, τευχ.80)

.

(Ολόκληρη η συλλογή εδώ, ευχαριστώ Σταυρούλα)

21.1.14

περιφερειακός της Δραπετσώνας - 24.1.2012

Έτυχε να περνάω από εκεί αμέσως μετά το ατύχημα- ουσιαστικά ακολουθούσα, με διαφορά κάποιων λεπτών, τη μηχανή που τον παρέσυρε. Δεν υπήρχαν ασθενοφόρα ή περιπολικά ακόμα, μόνο ταραγμένα πρόσωπα και πανικός. Στα δεξιά υψωνόταν ο σκούρος όγκος των γερανών του συνεργείου και πίσω το επιβλητικό κτίριο με τις καμινάδες. Τους ρώτησα αν έκαναν γύρισμα ή υπήρξε ατύχημα-«Και τα δύο, είναι απίστευτο, απίστευτο» μου απάντησε ένα νέο κορίτσι, κλαίγοντας. Ίσως δεν έχει ιδιαίτερο νόημα αυτή μου η μαρτυρία, πέρα από την προσωπική συγκίνηση πως βρισκόμουν τυχαία στο πιο κρίσιμο ραντεβού του Θ.Α. με την Ιστορία, η οποία, στην περίπτωσή του, δεν εκφράστηκε με τον ποιητικό φορμαλισμό των ταινιών του, αλλά με έναν ανόητο φαρσικό τρόπο- σχεδόν σαν γκανγκ.
.


.
Δυο χρόνια μετά τον θάνατό του, από τις 23 ως τις 29 Ιανουαρίου, η Tαινιοθήκη παρουσιάζει τη φιλμογραφία του Θόδωρου Αγγελόπουλου (συν τρεις μικρού μήκους σε πρώτη προβολή στην Ελλάδα), σε μια προσπάθεια προσέγγισης του έργου του «με τα μάτια των νέων». Προλογίζουν μουσικοί, νέοι σκηνοθέτες, φοιτητές και σπουδαστές σχολών κινηματογράφου.
.


.
Αναλυτικά το πρόγραμμα, εδώ.
.
Συγκεντρωμένα σημειώματα στο μπλογκ του Costinho, ο οποίος συμμετέχει και στην αυριανή κουβέντα:
.

14.1.14

99, 999



(facebook, 15-11-2013)
Αστυνομικό τμήμα, δωμάτιο εξουσιοδοτήσεων. Υπάλληλος σε γραφείο με φορμάικα του ’70 που έχει σπάσει ή ξεκολλήσει σε σημεία. Δίπλα του τασάκι με τσιγάρο, τακτοποιημένα χαρτόσημα. Στον τοίχο Παναγία ελαφρώς λοξή (όχι στο σύνηθες ασημί ανάγλυφο αλλά σ’ ένα άρρωστο μελιτζανί ) και πιο πάνω αιρκοντίσιον χωρίς περσίδες, με κοντό καλώδιο που δεν φτάνει σε μπρίζα (προφανώς από μεταφορά). Συρόμενο παράθυρο που φαίνεται να έμεινε μαγκωμένο εκ γενετής- στο αλουμίνιο της βάσης του, σβησμένα τσιγάρα. Το πάτωμα, παζλ: το πλαστικό πλακάκι έχει ξεφτίσει και φαίνεται από κάτω το μωσαϊκό. Μεγάλοι μαύροι λεκέδες, άγνωστης αιτιολογίας. Δίνω το έγγραφο στον υπάλληλο και καθώς σηκώνει τα μάτια του να με κοιτάξει νιώθω κάτι οικείο – νομίζω αρχικά ότι οφείλεται στους συνειρμούς που κάνω με Καρυωτάκη, Πρέβεζα, Θ. Αγγελόπουλο. Όμως όχι, ο άνθρωπος μου θυμίζει τον θείο μου, τους δύο θείους μου που ήρθαν με την αδερφή τους από την επαρχία στα τέλη του ’60 και ζούνε ακόμα όλοι μαζί, ανύπαντροι, στο δυαράκι τους στους Αμπελόκηπους.
.
(Γιατί τίποτα δεν είναι ελαφρύ σ’ αυτή τη χώρα, ούτε καν μια αφ’ υψηλού περιγραφή αστυνομικού τμήματος.)
.


.


*

(Τετάρτη, 08-01-2014)
Στο αγαπημένο μου αστυνομικό τμήμα ξανά. Βαδίζω με σιγουριά προς το γραφείο με την μωβ Παναγία και το κλιματιστικό αλλά τώρα βρίσκω άλλον αστυνόμο, να τρώει σκυμμένος σε ταπεράκι. Μην ενοχλείστε, μου λέει, είμαι περαστικός από δω. (Περίεργο, αυτό θα μπορούσα να το 'χα πει κι εγώ). Ο κύριος που μας εξυπηρετούσε παλιά; τον ρωτάω. Είναι σε άδεια, πηγαίνετε στα παιδιά μέσα.
.
Πάω στα παιδιά μέσα, περιμένετε έξω, είμαστε σε αλλαγή βάρδιας, θα εξυπηρετηθείτε. Αμφιβάλλω αλλά, ω του παραδόξου, καταφθάνει νεαρός αστυνόμος με φρεσκάδα του στυλ θα τα τακτοποιήσουμε όλα / εκφράζω το νέο πρόσωπο της αστυνομίας- ποιοι είμαστε εδώ; Ο παππούς προλαβαίνει και δίνει πρώτος τα χαρτιά του ενώ ξέρει ότι προηγούμαι- δεν αντιδρώ αλλά νιώθω τις φλέβες μου να φουσκώνουν με ταχύτητα. Ο πρόθυμος αστυνόμος μας κάνει νόημα να τον ακολουθήσουμε. Μπροστά ο παππούς, πίσω εγώ, ένα εικοσάχρονο κορίτσι και μια κυρία από τις Φιλιππίνες (η οποία ζητάει απεγνωσμένα δήλωση του νόμου 105- δεν της απαντάει, εννοείται, κανείς) Προχωράμε από δωμάτιο σε δωμάτιο αλλά ελεύθερο γραφείο δεν βρίσκεται πουθενά και επιστρέφουμε αναγκαστικά στο πρώτο όπου τρώει ακόμα ο συνάδελφος. Σε πειράζει να κάτσουμε εδώ; Όχι βέβαια, κάνετε τη δουλειά σας.
.
Μπαίνει μόνο ο παππούς ο οποίος και πιάνει κουβέντα σχετικά με την αξία του μαγειρεμένου φαγητού. Εμφανίζεται άλλος μπάτσος, ανώτερος. Σκέφτομαι ότι θα τους ελέγξει, ετοιμάζομαι να υπερασπιστώ τον άνθρωπο που τρώει. Αλλά όχι, σκύβει πάνω του, ρίχνει μια ματιά στο τάπερ και ρωτάει τι περιέχει- ύστερα τσιμπάει κάτι αδιευκρίνιστο. Τελικά δεν διώχνει αυτόν που τρώει αλλά εκείνον που μας εξυπηρετεί. Μπροστά πάλι αυτός με τις σφραγίδες στα χέρια, πίσω η κουστωδία, η Φιλιπινέζα ρωτάει σταθερά πού θα βρει δήλωση, πού έχει δήλωση.
.
Τελικά βρίσκεται άδειο γραφείο στο δωματιάκι της εισόδου. Εκεί στέκεται άλλος αστυνόμος-ρομπότ, έχει τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν, είναι προσηλωμένος στο ανοιχτό παραθυράκι που μπάζει, φαίνεται να κρυώνει ή να είναι σε κατάθλιψη, δεν είμαι σίγουρος. Χτυπάει το τηλέφωνο, σηκώνει το ακουστικό, δεν μιλάει, κατεβάζει το ακουστικό, συνεχίζει να κοιτάζει μπροστά. Ο παππούς εξυπηρετείται, φεύγει, δίνω το δικό μου χαρτί αλλά εμφανίζεται νέο πρόσωπο στο θεατρικό και μάλιστα από το παραθυράκι. Μα είναι η σειρά μου, τους λέω. Ο αστυνόμος με ακουμπάει μαλακά σε ένδειξη της φιλίας που αναπτύχθηκε μεταξύ μας: μισό λεπτάκι.
.
Ολοκληρώνει σε πέντε και όχι σε μισό, σηκώνεται πιο αποφασισμένος, σαν να είχε ξαφνική έμπνευση. Τον ακολουθούμε σε έναν μακρύ διάδρομο ενώ πίσω μου δεν βρίσκεται πλέον η νεαρή- προφανώς εγκατέλειψε σε προηγούμενο στάδιο.Μπαίνουμε σε νέο γραφείο, μου ετοιμάζει την εξουσιοδότηση, βάζει τις σφραγίδες, υπογράφει, μου το δίνει. Χαρτόσημα δεν θα βάλετε; Αυτά τα έχει ο κύριος που είναι σε άδεια, μου λέει. Και δεν χρειάζονται; Κατά ενενήντα εννέα κόμμα εννέα εννέα εννέα, δεν χρειάζονται, αν έχουν πρόβλημα ας μας το φέρουν πίσω.
.
Καθώς βγαίνω η Φιλιππινέζα με ρωτάει: πού δήλωση;
.


.


*

Οι εξαιρετικές φωτογραφίες της Ειρήνης Βουρλούμη, από την επίσημη σελίδα της εδώ Αυτές του ποστ, με κλικ πάνω τους μεγαλώνουν

25.7.13

Τζόνι σε ψηλό

Θεωρητικά, αν μπορούσα, δεν θα γύριζα ποτέ ξανά εδώ. Όμως τόσο συκοφάντησα μέσα μου (και έξω μου) τον τόπο που γεννήθηκα, τόσο επιχειρηματολόγησα εναντίον του μέσα στα χρόνια, που στο τέλος άδειασα από λέξεις, σχεδόν βουβάθηκα. Τώρα πια επιστρέφω μόνο κάποια καλοκαίρια, σαν προσκύνημα περισσότερο παρά για διακοπές, διαπιστώνοντας κάθε φορά πως ό,τι φυτρώνει στο χωράφι του καθενός μας αρδεύεται από την ίδια πηγή: την παιδική ηλικία.
.


.
Στη δική μου επαρχία υπάρχει πάντα ένα μηχανάκι κι ένας πρόθυμος ξάδερφος να το σκάσουμε τα βράδια. Οι ημέρες είναι ακύμαντες, νωθρές· όμως τις νύχτες, παντού τις νύχτες, οι επιθυμίες πλέκουν αόρατους ιστούς και σε τυλίγουν. Μαύρα σκοτάδια στην εθνική και εντομάκια στον χλωμό προβολέα, ο παγωμένος αέρας στο πρόσωπο: μυρωδιά από βρεγμένο χορτάρι και έναν ξινό, ξεραμένον καπνό. Σταμάτημα εξάπαντος για κατούρημα, πυγολαμπίδες και γρύλοι σε έξαρση, το φορτηγό που πλησιάζει– να κουμπωθούμε πριν μας προλάβουν τα φώτα του. Κι ύστερα καβάλα ξανά στις ερημιές, πλάι σε καπνοχώραφα ασημωμένα από το φεγγάρι του Αυγούστου. Κάποια τοπία του καλοκαιριού σού επιβάλλονται αυτόματα– κόσμοι με νόημα συνεκτικό και σφύζον και παλλόμενο (Κυκλάδες βέβαια, τι άλλο). Όμως σ’ αυτά εδώ τα μέρη των αντιφάσεων πρέπει να κρατηθείς από σπαράγματα εικόνων σαν αυτές, να επινοήσεις μια νέα ποιητική μέσα στην επικράτεια της πεζολογίας: Άθλια χωριουδάκια και ασυνάρτητη επαρχία, το κάθε τι μισοχωμένο μεσ’ στη γη. Προσπαθούσα πάντα να καταλάβω τι νιώθω σ’ αυτόν τον τόπο, τι νιώθω γι’ αυτόν τον τόπο. Δεν τα καταφέρνω ούτε τώρα– ίσως μια αμυδρή αίσθηση ότι ξαναβρίσκω εδώ μια εκδοχή του εαυτού, που παρακάμφθηκε· τη συγκίνηση να φυλλομετράς το άλμπουμ μιας ζωής που μοιάζει ταυτόχρονα δική σου και ξένη.
.
Αλλά είναι καλοκαίρι και το λίβινγκ ιζ ίζυ, που λέει ο λόγος. Παρκάρουμε το μηχανάκι στον μαντρότοιχο που ξεφύτρωσε στο πουθενά– ασπρισμένοι πλίνθοι, πικροδάφνες και ένα σκονισμένο αγροτικό που μισοφράζει την είσοδο της ντισκοτέκ (άραγε αυτή είναι η κανονική ή η πίσω είσοδος;). Να μια εικόνα ευτυχίας που έρχεται ξαφνικά από πολύ παλιά: νύχτα καλοκαιριού και τότε, σε μια ανοιχτή καρότσα αγκαλιά, λίγο πριν το ξημέρωμα, η μουσική να ξεμακραίνει.
.
Καλωσορίσματα και εγκαρδιότητα, ένα αναπάντεχο συναίσθημα ρίζας, αμετάδοτο. Η μαμά του ιδιοκτήτη που μαγειρεύει στον επάνω όροφο (μύρισε ο τόπος!) κατεβαίνει να μας χαιρετήσει: πού χάθηκες καμάρι μου; Ρουφάμε τα ποτά μας ενώ βασιλικές γάτες διασχίζουν τον χώρο. Γαρδένιες και μπιγκόνιες μαζί με ακριβές κατασκευές από μέταλλο και ξύλο, χρήμα που μοιάζει ακατανόητο πώς και γιατί επενδύθηκε εδώ. Αυτή είναι βέβαια η ντισκοτέκ που πηγαίνουμε εμείς γιατί υπάρχει και δεύτερη, μισό χιλιόμετρο πιο κάτω. Όλη τη νύχτα, δυο-τρία μηχανάκια θα πηγαινοέρχονται από τη μία στην άλλη αναζητώντας νέους πελάτες– για την ακρίβεια γυναίκες, μόνες, διαθέσιμες. Χαζεύω τον τρόπο που χειρίζονται αυτά τα νέα παιδιά το παπί τους: το πειραγμένο μηχανάκι πηγαινοέρχεται πύραυλος αλλά φρενάρει ελεγχόμενα στα χαλίκια της εισόδου και γέρνει μαλακά στο σταντ, μόνο του σχεδόν, την ώρα που ο αναβάτης του έχει ήδη περάσει την πόρτα. Μικροί μάγοι.
.
-Τι γίνεται πέρα;
.
-Μια παρέα.
.
Που σημαίνει είμαστε καλά εδώ, έχουμε διαλέξει το σωστό μαγαζί. (Στα μέρη μας καλείσαι διαρκώς να επιλέγεις: σε ποιο καφενείο πίνεις τον καφέ, σε ποιο το ούζο. Κάθε πράξη θεωρείται εμπρόθετη και οι συμμαχίες δεν πρέπει να παραβιάζονται.)
.
Πολλοί πελάτες δεν υπάρχουν, νομίζω πως ούτε παλιότερα υπήρχαν· η ντισκομπάλα γυρίζει στην άδεια πίστα– το ερωτικό μπινγκ-μπανγκ των σέβεντις συνεχίζει να εκτοξεύει τα ψυχεδελικά κρυσταλάκια του παντού. Δεν το ειρωνεύομαι καθόλου, βρίσκω ιδιαίτερα ηλεκτρισμένον αυτό τον χώρο που συνδυάζει την υγρασία της νύχτας, Τζόνι σε ψηλό και το mad about you των Hooverphonic (εδώ τα τραγούδια αντέχουν δεκαετίες). Σκέφτομαι πόσο ξεκούραστο είναι καμιά φορά να μην έχεις επιλογές, να μην κρίνεις, να μη λες δεν το πίνω σε ψηλό, να σιωπούν για λίγο οι φωνές μέσα σου. Άλλωστε μετά από δυο-τρία ποτά το αισθητικό οικοδόμημα αρχίζει να τρίζει και ό,τι πρόσβαλε (διαχρονικά) το καλό σου γούστο, πάει περίπατο. Και μέινστριμ και σκυλοπόπ και λαϊκά, κυρίως αυτά, παύουν να ενοχλούν και τόσο, ώσπου να γίνουν όλα σκόνη και γλυκός πολτός. Μ’ αρέσει αυτή η υποχώρηση των απόψεων μπροστά στην επέλαση του πόθου– το φλερτ γίνεται όλο και πιο απελπισμένο καθώς το σώμα αιωρείται: ένα υπαρξιακό εκκρεμές κουρδισμένο από την ερωτική διέγερση και τη συγκίνηση. Μέχρι το πρώτο φως ο συγκροτημένος εαυτός θα καταρρεύσει, οι άνθρωποι θα παραπατάνε, θα χαϊδεύονται και θα μεθάνε σαν να μην υπάρχει αύριο– μικρά συναισθηματικά ερείπια. Ίσως εδώ, περισσότερο από αλλού, να έχουν τη συνείδηση ενός τόπου με πεπρωμένο βαρύ και αναπόδραστο, όπου μόνη παρηγοριά φαντάζει η μεθυσμένη ανάσα του (παραδομένου) άλλου.
.
Υ.Γ. Περίεργο πράγμα η νοσταλγία και τα φίλτρα της. Από τις διάσπαρτες καλοκαιρινές εικόνες θυμάμαι τώρα κάποια μεσημέρια στον μώλο, σε ένα αυτοσχέδιο ψάρεμα με δόλωμα σκέτο ψωμί. Πρέπει να είμαι στην πέμπτη ή έκτη δημοτικού και γύρω δεν φαίνεται ψυχή. Η τσιμεντένια σκάλα κατεβαίνει ως το επίπεδο της θάλασσας, φύκια και σκουπίδια λιμνάζουν παντού. Ακούγεται μόνο το νερό που εγκλωβίζεται στις γωνίες– πλαφ, γλουκ, πλοφ. Καμιά φορά τα καλοκαίρια, όταν βρισκόμαστε ξανά οι συμμαθητές (αν καταφέρουμε να αναγνωριστούμε πίσω από το ωραίο μακιγιάζ του χρόνου) με πλημμυρίζει κάτι τρυφερό και συμπονετικό, μια καταγωγική συγγένεια που πάει πολύ πέρα από την εντοπιότητα. Να ξέφυγε άραγε κανείς;
.

Για το Μπαχάρ 5, τεύχος-αφιέρωμα στο Καλοκαίρι

Εικονογράφηση ποστ: Παναγιώτης Μητσομπόνος.

.

.
Ευχαριστίες: Πρώτα στον Παναγιώτη που ανταποκρίθηκε αστραπιαία χθες και έστειλε το απίθανο σκιτσάκι του. Ο άνθρωπος είναι άρχοντας του νουάρ, τι να λέμε. Μετά στη xilaren, που το διάβασε και έκανε τις παρατηρήσεις της (πολύ πέρα από τα κόμματα και τις τελείες) και είπε την καλή της την κουβέντα. Γράφοντας ένα ποστ τον χρόνο έχω χάσει την αίσθηση όσων λέω και αναρωτιέμαι αν αφορούν και άλλον άνθρωπο εκτός από μένα. Στον Σπύρο τον βυτίο, τέλος, που με θυμάται πάντα και προσπαθώ να γράψω κάτι γιατί τον ντρέπομαι. (Το τεύχος έχει και τέλειο εξώφυλλο για τα γούστα μου, βασισμένο στην υπέροχη φωτογραφία της schwarz-weiss. Ωραία πράγματα, που λέμε και στην πατρίδα.)

11.10.12

Παρασκευή 17 Αυγούστου, 12:10 μ.μ.

Πρέπει να ήταν Δεκέμβρης ή Γενάρης γιατί η πόλη ήταν στολισμένη και η κίνηση αφόρητη. Στο φανάρι χάζευα τα εγκλωβισμένα τρόλει κι αυτή την ετερογενή παράταξη ανθρώπων δίπλα στις χειρολαβές - τυχαίος θίασος προσώπων σε καθήλωση. Τους κοίταζα με συμπάθεια και σκεφτόμουν ότι πίσω από τον καθένα μας υπάρχει πάντα μια μαμά και ένας μπαμπάς, ότι όλοι είμαστε παιδιά κάποιων- τίποτα περισσότερο ή βαθύτερο απ’ αυτό. Ήταν νομίζω η πρώτη φορά που αισθάνθηκα κολακευμένος και ίσως περήφανος, μια ξαφνική συγκίνηση στη σκέψη ότι θα μπορούσα, τόσο καθυστερημένα, να περάσω στην απέναντι πλευρά: η μεγάλη, η απίστευτη τιμή να γίνεσαι γονιός ενός ανθρώπου στη ζωή.

*

Για όποιον η γέννηση ενός παιδιού δεν αποτέλεσε το φυσικό παράγωγο ενός κοινωνικού αυτοματισμού αλλά μια περίπλοκη διαδρομή αμφιβολιών και παλινδρομήσεων, προσπαθειών και ματαιώσεων, ελπίδων και φόβων, του είναι εύκολο να καταλάβει: η καθυστερημένη εύνοια των θεών φαντάζει σαν τελευταία ευκαιρία ζωής, πολύτιμο δώρο προς αξιοποίηση. Προσωπικά, πέρα από το τρελό άγχος που με κατέλαβε, βίωσα την περίοδο της αναμονής με μια αίσθηση διεσταλμένου χρόνου (σαν εκείνη την ατελείωτη πορεία αυτογνωσίας του ήρωα, στο Στάλκερ, του Ταρκόφσκι), μια ανάγκη συσπείρωσης γύρω από τις αρχαίες σταθερές της ζωής, σε ένα κοινωνικό περιβάλλον πρωτοφανούς αστάθειας και διάλυσης. Ανάποδα που έρχονται τα πράγματα σαμτάιμς.

*

Αντίθετα ο τοκετός, παρά την καλλιεργημένη βεβαιότητά μου για προνομιακή συμμετοχή σε γεγονότα σπουδαία και συγκλονιστικά, λειτούργησε μάλλον σαν οδοστρωτήρας εντυπώσεων από τον οποίο δεν έχω προλάβει να συνέλθω- υποθέτω πως δεν υπάρχουν πια πολλά περισσότερα να σκεφτώ. Θυμάμαι ότι μου ήταν αδύνατο να εστιάσω στο μείζον και παρότι επαναλάμβανα διαρκώς μέσα μου «ζήσ’ το αυτό, μην το κρίνεις» με αποσπούσαν τελικά κρίσιμες λεπτομέρειες όπως ποιοι από το προσωπικό φοράνε τα σκουφάκια του χειρουργείου βάζοντας τα αυτιά τους μέσα και ποιοι τα αφήνουν έξω. Σε έναν σχετικά μικρό χώρο επικρατούσε πανδαιμόνιο, γιατροί και νοσοκόμοι άνοιγαν κουτιά με δοχεία μιας χρήσης κλιμακώνοντας τις οδηγίες προς τους δυο μας (εντάξει, εγώ σε ρόλο εντελώς γκεστ) με έναν τρόπο λιγάκι φοβιστικό, σαν να κρατούσαμε την τύχη του αεροσκάφους στα χέρια μας. Το αεροσκάφος βρισκόταν στη φάση της προσγείωσης: υπήρχε η θετική προσμονή αλλά και μια διάχυτη αίσθηση κινδύνου. Και ξαφνικά, από τα παμεπαμεπαμεπάμε/ κιαλλοκιαλλοκιαλλοκιάλλο περάσαμε αυτόματα στο να σας ζήσει. Τυποποίηση, θα μου πεις· αλλά και μοναδικές στιγμές, πυκνές, αμετάδοτες. Δεν μπορώ να φανταστώ άνθρωπο που έχει προετοιμαστεί τόσο ώστε να μην κλονιστεί μπροστά στο θαύμα. Ακόμα και η αίσθηση ξαφνικής απάθειας είναι νομίζω σημάδι παράλυσης απέναντι σ’ αυτό που σε ξεπερνά.

*

Ανήκω σε μια παρέα (και μια εποχή) στην οποία η ιδέα της οικογένειας και του παιδιού ήταν -και παρέμενε μέχρι πολύ πρόσφατα- καθαρό ταμπού. Ίσως όχι ακριβώς πάνω στη βάση της επιχειρηματολογίας της Σώτης Τριανταφύλλου (αν και απολύτως σεβαστή στη λογική της, είχε αυτό το πουσάρισμα στις διατυπώσεις της που σε υποψίαζε για τις ασυνείδητες δυνάμεις που έλεγχαν πραγματικά το κείμενό της)· πάντως στην περίπτωσή μας υπήρχε τέτοια αίσθηση επείγοντος στην αποκρυπτογράφηση του νοήματος, τόσες άλλες προτεραιότητες ζωής, που δεν έμενε χώρος για απόλυτα, καθοριστικά σχήματα (πότε να προλάβει κανείς να κάνει τέχνη και πότε επανάσταση; Και πότε να πάει στην Ανάφη;) Εκ των υστέρων όμως σκέφτομαι ότι μπορεί στην περίπτωσή μας να μην έπαιξαν τον (αποτρεπτικό) ρόλο που κολακευόμαστε να πιστεύουμε τόσο η ροκ μυθολογία, η γοητεία των καταραμένων και το ανεκπλήρωτο του έρωτα, όσο το μοντέλο της νεοελληνικής οικογένειας που γνωρίσαμε από πρώτο χέρι και από το οποίο προσπαθούσαμε μάταια να αποδράσουμε. Πολλή σοβαροφάνεια, αιώνιοι ρόλοι καθήκοντος, τεράστιοι καταναγκασμοί ζωής. Πολλές «θυσίες» (κι ακόμα περισσότερες κουβέντες γι’ αυτές τις περίφημες θυσίες) πολλά προαπαιτούμενα δηλαδή, για να στηθεί η αγία οικογένεια. Πώς να φανταστείς εύκολα μιαν άλλη, λιγότερο ασφυκτική εκδοχή ζωής;

*

Μίλησα πιο πάνω κάπως σχηματικά και περιπαικτικά για τις ζωές μας, δανειζόμενος το πνεύμα αυτοκριτικής που χαρακτηρίζει τα τελευταία χρόνια αυτή την έρμη παρέα μου, η οποία και αντιμετωπίζει την προσωπική της διαδρομή με ιδιαίτερη σκληρότητα. Δεν συμφωνώ με την όψιμη τάση αμφισβήτησης κεντρικών επιλογών της ζωής μας, τάση που άθελά της μοιάζει να δικαιώνει αναδρομικά όλη τη μισητή προπαγάνδα του συνετώς πολιτεύεσθαι ώστε μελλοντικώς εξασφαλίζεσθαι· ούτε συναισθηματικά ανάπηροι υπήρξαμε, ούτε εαυτούληδες, ούτε υστερόβουλοι· κυρίως δεν ανήκαμε (ούτε εμείς, ούτε άλλοι) σε κάποιο είδος ή φυλή από τις δεκάδες σχηματικές κατηγορίες του δήθεν κυνικού και κατ’ουσίαν απλοϊκού πνεύματος της αρθρογραφίας των νάιντις. Κάναμε ό,τι πιστεύαμε καλύτερο σ’ έναν κόσμο αντεστραμμένο- αν οι φίλοι δεν είναι πια περήφανοι γι’ αυτό, είμαι εγώ για εκείνους.

*

Από την άλλη ίσως να αποτελεί νομοτέλεια κάθε γενιάς και κάθε παρέας, η διάψευση. Δεν είναι ακριβώς «δικός μας» ο Θωμάς Γκόρπας, αλλά το αίσθημα είναι ίδιο:
[...]Είχαμε μια παρέα κάποτε τα πάντα είχαμε και τίποτα δεν είχαμε ανάμεσα στα πλούσια δάχτυλά μας είχαμε φτωχά τσιγάρα Τέλειον Ξάνθης Κιρέτσιλερ και Έθνος χύμα ... Χίλιες φορές κοιμήθηκα με το τσιγάρο αναμμένο απ' άλλα κάηκα κάηκα έγινα στάχτη μέσα από τη στάχτη μου ξαναγεννήθηκα ο ίδιος κι απαράλλαχτος μόνο λιγάκι πιο προσεκτικός με τους χαφιέδες ...[...]

*

Εκείνη την πρώτη περίοδο της εγκυμοσύνης, το γεγονός φάνταζε τόσο μεγάλο που δεν τολμούσα να το αντιμετωπίσω πραγματικά- ούτε καν να το ονειρευτώ. Η ιδέα της πατρότητας / μητρότητας, ότι ένα άγνωστο νέο πρόσωπο (πώς ξεφυτρώνει ανάμεσά μας;) διαμορφώνεται τόσο ριζικά από αυτό που είσαι εσύ, όχι από αυτό που του διδάσκεις ή του προτείνεις αλλά από τον πυρήνα σου, απ' αυτό που κανείς άλλος δεν θα προσέγγιζε τόσο βαθιά, που κανέναν άλλον δεν θα επηρέαζε ποτέ τόσο καθοριστικά, μια σχέση ζωής που δεν έχει αναγωγή ή αναλογία σε κάτι παρόμοιο, σου φτάνει και περισσεύει για να τρομάξεις. Κι ούτε ποτέ το συνηθίζεις πραγματικά αλλά παρεμβαίνουν στην πορεία τόσα αρκουδάκια, ρουχαλάκια, σαλιάρες, μπανάκια, καρότσια, ώστε να το κάνουν οικείο, ανθρώπινο. Στο τέλος ξεχνάς την πρώτη σου έκπληξη, γίνεσαι κι εσύ ένας ρόλος, άλλος ένας μπαμπάς που κάνει αίτηση για το βιβλιάριο υγείας του παιδιού του. Σε κάτι λιγότερο από έναν χρόνο.

*

[Θυμάμαι πως κοίταζα το καλαθάκι στο ράφι και σκεφτόμουν πόσο χρονικό διάστημα καλύπτει. Το κρατούσα ύστερα κάπως αμήχανα και αναρωτιόμουν αν πράγματι μας μέλλεται να μπει κάτι εκεί μέσα ή πρόκειται περί αλαζονικής σκέψης μιας καλπάζουσας φαντασίας. Τελικά γεννήθηκε στους καύσωνες του Αυγούστου και μέχρι τη σημερινή βροχή έζησε σ’ αυτό το ονειρώδες λιλά- ελπίζω να της άρεσε. Απόψε πήγε στην κούνια της.] [Να πω την αλήθεια, πίστευα ότι μετά τη γέννησή της θα τραγουδούσαν μόνο άγγελοι στο σπίτι. Και πράγματι τραγουδάνε, μόνο λιγάκι πιο δυνατά και κάπως φάλτσα. :-)]

13.5.12

Η διπλανή πόρτα

Μαύρο σύννεφο – τίποτα δεν θα ’ναι ίδιο ξανά. Μ.Φάμελος



Στο ξημέρωμα της επόμενης μέρας είδα έναν εφιάλτη με φουσκωτούς- αυτό το πρώτο βιντεάκι με τα εγέρθητι (που αποδυναμώθηκε αργότερα από την ιντερνετική και τηλεοπτική παρωδία) κατάφερε να δηλητηριάσει τη χαρά, να τρυπώσει αυτόματα στο ασυνείδητο και να ξεπηδήσει λίγες μόλις ώρες αργότερα πιο απειλητικό. Φίλοι και γνωστοί παραδέχονται πως ταράχτηκαν παρόμοια από την εισβολή της μαύρης σκιάς στις οθόνες.

Στο fb έκανα ένα σχόλιο:
Tο ιλιγγιώδες ποσοστό της σου παγώνει το αίμα. Το βλέπεις και στο σχολείο, κάποια παιδιά αισθάνονται πλέον τη ΧΑ σαν χρυσή παραβατικότητα - αν αρχίσεις να εξηγείς πόσο κακό πράγμα είναι θα τα στείλεις κατ' ευθείαν στην αγκαλιά της· νέα αγόρια γεμάτα ενέργεια και πάθος και ένταση, μηχανάκια και σούζες και ντραγκς και χουλιγκανισμός και συμμορίες και ψιλοκλεψιές, τώρα και χρυσή αυγή. Είναι μόδα, είναι η γοητεία του μιλιταρισμού σε παιδιά χωρίς μνήμη ή γνώση της ιστορίας, φαινόμενο που όσο το πολεμάς γιγαντώνεται. Ίσως σ' αυτό να βρίσκεται μια ελπίδα, ότι το ρεύμα είναι ευκαιριακό, δεν εκφράζει πραγματική ταύτιση. Θα κάνει όμως έναν μεγάλο κύκλο μέχρι να απομαγευτεί και ξεφουσκώσει, μακρά περίοδος που θα μας προκαλεί απανωτά εγκεφαλικά.


Η αρχική σκέψη άρχισε να παραλλάσσεται ελαφρώς στη συνέχεια- φταίνε και οι πολλές κουβέντες που ακολούθησαν. Γράφω τώρα προσπαθώντας να καταλάβω αυτόν τον σοφό λαό που έχει αρχίσει να με απελπίζει με τις φαεινές ιδέες του.

*


Μοιάζει αυταπόδεικτο, σχεδόν προφανές, πως όσοι ψήφισαν ΧΑ δεν είναι φασίστες. Γνωρίζουμε πια τους ψηφοφόρους της - είναι πρόσωπα οικεία χωρίς κέρατα και ματωμένους κυνόδοντες: η κοπέλα που σερβίρει στο μπαρ (ροκ μια ζωή), ο περιπτεράς μας, ο ένστολος των οχτακοσίων ευρώ, το παιδί στο συνεργείο, ο ταξιτζής, η μαμά μιας φίλης. Όμως ακριβώς αυτή η οικειότητα, σκέφτομαι, που αντιστρατεύεται τη στερεότυπη εικόνα του φασίστα ως κάτι βδελυρό κι αποτρόπαιο, συσκοτίζει την κρίση μας και μας μπερδεύει, καθώς ένα σύνολο απαράδεκτων και επικίνδυνων απόψεων μπορούν μια χαρά να κατοικούν σε ένα γνωστό και απολύτως αγαπητό μας πρόσωπο. Ο συμπαθητικός διπλανός μας δεν κρατάει μαχαίρι αλλά οι απόψεις του σφάζουν κανονικότατα, ιδίως όταν οπλίζουν χέρια θερμοκέφαλων που ενισχύονται με πραγματικά ποσοστά σε πραγματικές εκλογές.

Φαντάζομαι αυτόν τον περίφημο φιλήσυχο πολίτη που οι αναλύσεις μας του αποδίδουν πλέον τα χίλια δίκια, ενώ οι υπερθεματίζουσες ερμηνείες μας (το κενό μεταναστευτικής πολιτικής, η εξαθλίωση, η κουφή και τυφλή αριστερά, οι πλατείες που εξέθρεψαν την αγανάκτηση) τείνουν να ξεπεράσουν ακόμα και τη ρητορική του Λάος, ο άνθρωπος λοιπόν αυτός έψαξε την περασμένη Κυριακή ανάμεσα σε 36 ψηφοδέλτια, εντόπισε το μαύρο, το δίπλωσε ψύχραιμα και το ψήφισε μαζικά, απ’ άκρη σ’ άκρη, σ’ όλη χώρα.

Εξετάζοντας τα συνήθη σενάρια, υποθέτουμε πως μπορεί να μη γνώριζε, να παρασύρθηκε από το θυμό του αλλά πως σε κάθε περίπτωση, μόλις τους έβλεπε στην τηλεόραση θα απέστρεφε το πρόσωπό του. (Δύσκολο να το δεχτείς, ιδίως σε μια χώρα με ανοιχτά τραύματα και νωπές όλες τις μνήμες, να όμως που οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν πριμοδοτούν αυτή την προσέγγιση- το 5,8% παγιώνεται πλέον σαν σοβαρό και συνειδητό ρεύμα). Κατά μια άλλη άποψη όμως, ήξερε πολύ καλά τι έκανε- ήθελε να στείλει στη βουλή ανθρώπους να την ανατινάξουν εκ των ένδον, να καεί επιτέλους το μπουρδέλο. Ή, τέλος, θέλησε απλώς να ευχαριστήσει τα χρυσά παιδιά που πέταξαν τους ασυνεπείς μετανάστες-νοικάρηδες έξω από το σπίτι του, του το έβαψαν μάλιστα και του παρέδωσαν τα κλειδιά- τους είναι ευγνώμων. Όλα λογικά κι ωραία.

Πράγματι ο άνθρωπος αυτός δεν μοιάζει με εξωγήινο ή τέρας, είναι όμως ο τύπος πολίτη που ψήφισε συσπειρωμένος γύρω από την αλήθεια του με τρόπο τυχοδιωκτικό και χαιρέκακο, αδιαφορώντας για την κοινωνική σημασία της επιλογής του- ένας ανήλικος σε ρόλο ενηλίκου. Θύτης και θύμα μιας ατέλειωτης περιόδου κατά την οποία ο κυνισμός και ο πολιτικός αμοραλισμός μεταδόθηκαν σαν σύνθημα από τους πάνω προς τους κάτω, ο αθώος αυτός ψηφοφόρος ενώ υποψιαζόταν (έστω αορίστως) με τι τύπους φλερτάρει, οπισθοδρόμησε σε έναν πρωτογονισμό του συμφέροντος, όπου η αφασία και η υστερόβουλη επιλογή υποκατέστησαν την κριτική του στάση.


Αθωότης και ελαφρότης στην εποχή των μνημονίων.



Η απλοϊκή, μανιχαϊστική σκέψη είναι ανίκητη. Αν επιχειρήσεις να εξηγήσεις κάτι πέραν του άσπρου-μαύρου αισθάνεσαι παγιδευμένος σε αναποτελεσματικά διανοητικά σχήματα- η πειθώ λειτουργεί σε καθεστώς σχετικής ισοτιμίας. Η αμεσότητα, αντίθετα, ενός συνθήματος όπως το «για να ξεβρωμίσει ο τόπος» είναι πανίσχυρη- απέναντι σε μια τέτοια πρόθυμη σκέψη, κάθε οργανωμένη επιχειρηματολογία καταρρέει. Η τελευταία φορά που ένιωσα παρόμοια απελπισία ήταν επί παντοκρατορίας Χριστόδουλου, όπου μια σειρά από σύνθετα ζητήματα σχετικά με την παράδοση και την ταυτότητα ερμηνεύονταν μέσα από έναν θρησκευτικό ζηλωτισμό που καταργούσε κάθε ουσιαστική αναζήτηση. Και όμως, το ιδεολόγημα που παραγόταν συνήγειρε εκατομμύρια κόσμου που αφοσιώθηκαν πρόθυμα στον ηγέτη. Δυστυχώς, όπως συμβαίνει πάντοτε, από τον Πεντζίκη στον Άνθιμο, κι από τον Ταρκόφσκι στον Χριστόδουλο η απόσταση είναι και παραμένει ιλιγγιώδης, αγεφύρωτη. Η ευαίσθητη ανήσυχη σκέψη θα αγωνιά και θα πάσχει στους αιώνες ενώ ο από καθέδρας λόγος θα διαστρεβλώνει απλοποιώντας και θα επιβάλλεται μαζικά, προδίδοντας.

*



Ο εθνοχουλιγκανισμός είναι ένα πραγματικό ρεύμα μέσα στην ελληνική κοινωνία που αναζητά κάθε φορά το πρόσωπο, τον φορέα που θα το εκφράσει αποτελεσματικά- όσο νωρίτερα δεχτούμε την πραγματικότητά του τόσο πιο γρήγορα θα απεμπλακούμε από τον ανορθολογισμό μιας πίστης στην αέναη πρόοδο που υποτίθεται πως θα άφηνε πίσω της τα σκοτάδια της αθρώπινης βαρβαρότητας. Την περίοδο που αναπτύσσονταν τα δίκτυα αλληλεγγύης σ' όλη τη χώρα, πολλοί συμπολίτες μας ονειρεύονταν τη βίαιη απομάκρυνση δυστυχισμένων ανθρώπων, την εξόντωση των ιδεολογικών τους αντιπάλων. Ανεξάρτητα από τη διακύμανση των ποσοστών, μια ματιά στα σχετικά βίντεο του youtube δείχνει έναν κόσμο σε σύγχυση, βαθιά διχασμένον και ετοιμοπόλεμο, παραδομένον σ’ ένα υβρεολόγιο μίσους-αντανάκλαση μιας κοινωνίας απελπισμένης, μισαλλόδοξης, διασπασμένης σε εκατοντάδες μικρά υποσύνολα που δεν αλληλεπιδρούν πραγματικά με κανέναν και τίποτα πέρα από το κλειστό, καλά περιφρουρημένο εγώ τους.

21.3.12

μια επιλογή για την ημέρα: ou ming

7.9.08
Η μέρα ήταν ήσυχη. Καφές το μεσημέρι, ψηλά, όλη η πόλη στα πόδια σου που λένε. Μπετόν και τσιμέντο, νόμιζα ότι έβλεπα τη θάλασσα. Φυσούσε κι ένα αεράκι. Η γυναίκα στο μπροστινό τραπέζι έφερνε το τσιγάρο της στο στόμα, το κρατούσε ανάμεσα στα δάχτυλα και τα νύχια της έλαμπαν στον ήλιο. Όλος ο ήλιος στα χέρια σου που λένε.

*


29.8.09
Όσες φορές χώρισα, κάτι που νοστάλγησα πολύ ήταν οι κοινές εξορμήσεις στο σουπερμάρκετ. Ηλίθιο, θα μου πείτε. Όχι πιο ηλίθιο από το γεγονός ότι η ζωή είναι γεμάτη από ηλίθια πράγματα που συνήθως σου φτιάχνουν τη μέρα και από σοβαρές υποθέσεις που συνήθως σου χαλάνε τη νύχτα.

*


17.1.07
Πρέπει να μπει μια ρέγουλα στη ζωή μου, σκεφτόμουν μπροστά στον καθρέφτη καθώς υπογράμμιζα το μάτι μου με ένα μαύρο μολύβι. Αλλά θα χρειαστεί να περάσω τον Νιαγάρα από το λούκι του νεροχύτη.

*


5.10.07 (Σόπινγκ θέραπι)
Τρέχουμε στην Αττική Οδό, φτάνουμε στο ΙΚΕΑ. Βλέπω ότι η Δ. συνεχίζει προς αεροδρόμιο. Νομίζω ότι έπρεπε να στρίψουμε, της λέω. Μόλις έχουμε περάσει κάτω από μια τεράστια επιγραφή που γράφει ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ. Αχ, νόμιζα ότι φεύγουμε, λέει η Δ. και βάζει τα γέλια. Πιάνει το πακέτο της απ' το παρμπρίζ και ανάβει ένα τσιγάρο. Την κοιτάζω καθώς οδηγεί με το τσιγάρο σφηνωμένο στα χείλια και σκέφτομαι ότι δεν θα μου έκανε εντύπωση αν το αυτοκίνητο απογειωνόταν ξαφνικά, επειδή για μια στιγμή πίστεψε ότι το τσιγάρο έπεσε σαν μάσκα οξυγόνου στο κενό αέρος της ζωής μας.

*


17.10.09
Όλος ο κόσμος αφηρημένα ή συγκεκριμένα εσείς; με ρωτάει. Όλος ο κόσμος συγκεκριμένα και αφηρημένα εγώ, του απαντάω. Βγαίνω στο δρόμο, βρέχει. Οι άνθρωποι περιμένουν με ανοιχτές ομπρέλες στη στάση, τα πόδια τους ξεφυτρώνουν μέσα από τις αντανακλάσεις στα νερά. Τρέχω και χώνομαι κάτω από ένα στέγαστρο. Δίπλα μου συνωστίζονται περαστικοί, τα παπούτσια μας πολλαπλασιάζονται γρήγορα πάνω στο ραγισμένο πεζοδρόμιο σαν τα στρείδια που σκεπάζουν τα ναυάγια.

*


13.5.10
Σου φαίνεται άψυχο το σπίτι. Σκέφτεσαι ότι ίσως αν είχες λουλούδια. Παίρνεις ένα λουλούδι. Το κοιτάζεις από μια γωνία και σου αρέσει έτσι όπως στολίζει το τραπέζι. Παίρνεις και δεύτερο, παίρνεις και τρίτο - είναι πράγματι ωραία τα λουλούδια. Στέκεσαι ξανά στη γωνία και τα θαυμάζεις και τότε σου έρχεται η ιδέα να μετατρέψεις το σπίτι σε μικρό κήπο· παίρνεις και τέταρτο και πέμπτο και έκτο και γλάστρα και γλάστρες. Και μια μέρα, εκεί που είσαι ξαπλωμένος στον καναπέ με όλα τα λουλούδια γύρω σου και τα χέρια πλεγμένα στο στήθος, σε λούζει άσπρο φως, συρρέει μαύρο πλήθος.

*


9.11.09
Με τα χρόνια συνειδητοποιώ ότι δεν ανακαλύπτεις την αλήθεια. Η αλήθεια αποκαλύπτεται, είναι κάτι που πάντα ήξερες αλλά ποτέ δεν έβλεπες, σαν τα πόδια του περιπτερά.

*


3.3.11
Με την κούραση που φέρνουν τα χρόνια, με τους πόνους στη μέση και την αδυναμία στα πόδια, ο άνθρωπος δεν μπορεί να πετάγεται εξοργισμένος από την καρέκλα του κάθε φορά που ο συνομιλητής του λέει κάτι αδιανόητο. Μένει στη θέση του λοιπόν και ακούει στωικά και προσεκτικά τον άλλον και τις αντίθετες απόψεις του. Αυτό το απλό μηχανικό πρόβλημα κάποιοι το ονομάζουν σοφία. Και θα είχε μια πραγματικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη, αν δεν ακολουθούσε μια άλλη μηχανική δυσλειτουργία: η κώφωση, η οποία επιστρέφει τον άνθρωπο στα εφηβικά του χρόνια, στο "δεν ακούει πια κανέναν".

*


30.10.10 (Καθόλου δεν ταιριάζουμε)
Έχω έναν σκύλο
έχεις μια γάτα
είμαι σαράντα
είσαι τριάντα
πας στους γονείς σου
τρέχω στους ψυ
έχω αυτοκίνητο
έχεις ταξί.
Θά 'λεγα κι άλλα
αλλά μου τό 'κλεισες
γιατί είχε μπάλα.

*


21.10.08
Όλη η πορεία της σχέσης με έναν άνθρωπο είναι η τεκμηρίωση των λέξεων που σκέφτεσαι όταν τον πρωτοβλέπεις. Ο άνθρωπος τίθεται σαν θέμα.

*


6.10.09 (presse papier)
Έξι η ώρα το πρωί, στέκομαι μπροστά στον πάγκο της κουζίνας και περιμένω να βράσει το νερό για τον καφέ. Τέταρτος μήνας με αυτή την πρωινή αϋπνία που με πιάνει από το αυτί και με σηκώνει από το κρεβάτι πριν ακόμη ξημερώσει. Και πόσες φορές, μετά από μεγάλα ξενύχτια, καθισμένη πάνω στην άμμο και βλέποντας τον ήλιο να ανατέλλει, είχα πει στον εαυτό μου δες το καλά αυτό, πόσες ανατολές θα δεις στη ζωή σου. Τελικά είδα πολλές.

Έχει έναν περίεργο τρόπο να σε λυπάται η ζωή. Σου χαλάει το ρολόι. Ενώ είναι εφτά το απόγευμα, κάνουν έναν κύκλο οι δείκτες και το δικό σου δείχνει εφτά το πρωί. Δεν έχω γελάσει περισσότερο στη ζωή μου από ό,τι στην κηδεία του παππού μου. Αλλά το έβλεπα: όλοι πήγαιναν σπίτι τους να ετοιμάσουν το βραδυνό τους, εγώ μόλις ξυπνούσα.

Ανοίγω το ντουλάπι, πιάνω το αγαπημένο μου φλιτζάνι, ρίχνω μια κουταλιά ζάχαρη. Πάω στο ψυγείο να πάρω το γάλα, κοντοστέκομαι μπροστά στους λογαριασμούς που ανεμίζουν πιασμένοι με μαγνητάκια πάνω στην πόρτα. Κάπως έτσι γίνεται· όταν μετά από χρόνια αναζήτησης βρίσκεις επιτέλους κάποιο νόημα, σε πλακώνει ένα κομμάτι μάρμαρο, να μην το χάσεις.

*


24.8.08
Παρατηρούσα χθες -και δεν το λέω για να με κακολογήσω- έχω κρεμάσει στο σπίτι μου διάφορες κορνίζες για φωτογραφίες, χωρίς φωτογραφίες. Εδώ και καιρό δεν καταφέρνω να συνδυάσω μια ωραία κορνίζα που αγόρασα με μια φωτογραφία. Δηλαδή νιώθω ότι κάπου πρέπει να εστιάσω. Και προφανώς προτιμώ την κορνίζα. Από την άλλη, θα μπορούσε κάποιος να πει πως στολίζω μια απουσία στο σπίτι. Τι να πεις. Αυτή η ιστορία βρομάει εξαρχής. Καρφώνεις στο ντουβάρι έναν παγωμένο άνθρωπο. Και τον κοιτάζεις. Και μου φαίνεται μπορώ να πω θλιβερό να παρατηρώ σε σπίτια τις φωτογραφίες στολισμένες, μαντεύεις τι θα ήθελε αυτός ο άνθρωπος να του συμβαίνει συνέχεια, μια έναστρη βραδιά στην παραλία γύρω απ' τη φωτιά, γέλια, κι άλλα γέλια, φίλοι, γιορτές, έξοδος με τα καλά του, τραγούδια και χαρές. Τα σκεφτόμουν όλα αυτά χθες μόλις βγήκα από το μπάνιο, πήγαινα πάνω-κάτω στο διάδρομο με το μπουρνούζι και πίεζα την πετσέτα στα μαλλιά μου. Λίγη ώρα νωρίτερα είχα καρφώσει άλλη μια κενή κορνίζα στο υπνοδωμάτιο. Έχει έναν ωραίο μαύρο σκελετό αυτή η κορνίζα και τώρα που το λέω, μου φαίνεται πως ίσως δεν έχει καμία σχέση με τις απουσίες όλο αυτό, ίσως απλώς να με έχει επηρεάσει ο σκύλος μου που κάθεται με τις ώρες και δαγκώνει το κόκαλό του.

*



24.12.11
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αδικία από το να πεθαίνουν τα σκυλιά. Τα σκυλιά θα έπρεπε να ζουν για πάντα, αφού σε αυτά έχει ανατεθεί να κουνάνε τις ουρές τους σαν δυναμό, για να γυρίζει ο κόσμος. Αλλά πεθαίνουν. Υποθέτω πως εκείνα το ζήτησαν αυτοπροσώπως απ' τον Θεό, για να είναι σαν όλους τους άλλους και να μην στεναχωρήσουν κανέναν. Κι ο Θεός με τη σειρά του, για να μην τα στεναχωρήσει, γέμισε τον Κάτω Κόσμο κόκαλα για να παίζουν τα σκυλιά.
[…]
Έχει κάτι κουνούπια εδώ στο νησί, από τα παλιά, τα μονοκινητήρια. Τα ακούς να βουίζουν από μακριά, μέχρι να σε φτάσουν, τα έχει πιάσει η ταμπλέτα. Έχει μια αράχνη με μακριά πόδια, ζει στη γωνία πίσω απ' την καρέκλα περιμένοντας ακίνητη πάνω στον ιστό της. Την παρατηρώ κάθε πρωί στις τέσσερις που σηκώνομαι και φτιάχνω έναν καφέ. Μοιάζει να αιωρείται στο πουθενά, ένα ουράνιο σώμα σταματημένο. Έχει μια γάτα, ανέβαινε τις σκάλες τις προάλλες με ένα ποντίκι στο στόμα. Τραμπαλιζόταν η ουρά του ακολουθώντας το βήμα της, θύμιζε το χέρι λιπόθυμης πρωταγωνίστριας την ώρα που την κουβαλάει ο ήρωας. Είναι μια χαριτωμένη, ασπρόμαυρη γάτα, κάθε πρωί νιαουρίζει σαν παιδί δίπλα στο παπούτσι μου. Να σε σκοτώνει αυτή η γάτα, είναι σαν να σε σκοτώνουν με ένα ροζ περίστροφο. Έχει κι άλλα στο σπίτι στο νησί: ένα σαμιαμίδι που κρύβεται πίσω απ' την κουβέρτα, σφήκες, μύγες και μυρμήγκια που συρρέουν στα κουφάρια, έναν παράφωνο κόκκορα και, πέρα στο βάθος στην πλαγιά, τα καντήλια του νεκροταφείου τρεμοσβήνουν κάθε βράδυ με φόντο τον έναστρο ουρανό.

Έτσι είναι ο κόσμος
με καντήλια και αστέρια
με τα χέρια από τα ταίρια
να σφίγγονται, να πλέκονται, να γλείφονται ακόμα
μια δείχνοντας τον ουρανό
μια δείχνοντας το χώμα.



***



Η σόμπα αλογόνου τρίζει όταν γυρίζει αριστερά, ένα είδος μηχανικού αυχενικού συνδρόμου. Νιώθοντας περιοδικά τη ζέστη στα πόδια μου, έχω την αίσθηση ότι κάποιος χτενίζει διαρκώς το χώρο για να με προσέχει. Η σόμπα είναι φίλη. Οι λέξεις δεν είναι φίλες μου αυτό τον καιρό. Βέβαια δεν ξεχνάω πως υπάρχουν κι αυτές οι εποχές: σκυμμένη στο τραπέζι επί ώρες θα μαστορεύω μια τελεία ξεχαρβαλωμένη.

*



Προσωπικά δεν έχω καμιά αμφιβολία πως η ou ming είναι μεγάλη ποιήτρια- οι ζυγισμένες λέξεις της σε εγκλωβίζουν ταχύτατα στον μαγικό της κόσμο (μονοκινητήρια κουνούπια, γάτες και ροζ περίστροφα, παράφωνοι κόκκορες, σόμπες και τελείες προς επιδιόρθωση- για να μείνω μόνο στο τελευταίο της) ένα ποιητικό σύμπαν με ισχυρή εικονοποιία, έντονη εικαστικότητα. Κάποτε μου είχε πει πως ou ming στα κινέζικα σημαίνει χωρίς όνομα (wu ming) και σκεφτόμουν πόσες φωνές μένουν για πάντα έτσι μισοανώνυμες και άστεγες, αδέσποτες. Πέρα από την επίσημη ιστορία της λογοτεχνίας (και της τέχνης γενικότερα) υπάρχει και η ιστορία των προσώπων που με το ποιητικό τους βλέμμα ανατρέπουν την πλήξη της ημέρας, ή ακόμα περισσότερο, την πλήξη της ποιητικής σύμβασης που μας τυράννησε παιδιόθεν με την ανοικονόμητη σκηνοθεσία της.

23.12.11

Η διαδρομή

Ανεπίκαιρο, αντιεορταστικό ποστ προ έκτης δόσης, για τον βυτίο και το μπαχάρ του.




Συγκεχυμένες σκέψεις, πράγματα θολά ή αδιευκρίνιστα ήρθαν στον ύπνο μου με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι που διάβαζα στα Κείμενα της A΄ γυμνασίου πριν κοιμηθώ. Τελευταία ξυπνάω μέσα στη νύχτα και εγκλωβίζομαι σε πυρετό ασυνάρτητων εντυπώσεων που επιμένουν, μαζί με ένα συναίσθημα αγωνίας, μια διάχυτη ανησυχία που συνήθως υποχωρεί στο πρωϊνό φως.

Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης,
από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του,
δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει,
μον’ μένει απάνω στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι έριξε χιόνια στα βουνά και κρούσταλα στους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κι επέσαν τα φτερά του.
Κι αγνάντιο βγήκε κι έκατσε, σ' ένα ψηλό λιθάρι
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει:
«Ήλιε, για δε βαρείς κι εδώ σ’ τούτη την αποσκιούρα,
να λιώσουνε τα κρούσταλα, να λιώσουνε τα χιόνια,
να γίνει μια άνοιξη καλή, να γίνει καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου να γιάνουν τα φτερά μου
να 'ρθούνε τ' άλλα τα πουλιά και τ' άλλα μου τ' αδέρφια».

Ν.Γ.Πολίτη, Εκλογαί απο τα τραγούδια του ελληνικού λαού.


Υπάρχει μια λέξη στο τραγούδι, που φωτίστηκε και βγήκε εξαρχής μπροστά από τις υπόλοιπες, ένα σημείο έντασης (έλξης και απώθησης μαζί) που προσπαθώ να εξηγήσω λογικά. Φαίνεται να σπάει ο ρυθμός του κειμένου εκεί, σαν να παραπατάει ο δεκαπεντασύλλαβος· αλλά και η ίδια η λέξη αποσκιούρα έχει κάτι τραχύ ή ξένο μέσα σε ένα λεξιλόγιο σχετικά ήπιο, σαν λέξη που ξεχάστηκε σε κατώι χωριάτικου σπιτιού – εκεί που η πόρτα τρίζει και τα αντικείμενα έχουν μετατραπεί, από τα χρόνια ακινησίας και σκόνης, σε μούμιες του εαυτού τους.

*


Η ποίηση είναι πάντα καταφύγιο, παρηγοριά. Αναρωτιέμαι όμως: ποιο περιεχόμενο αποκτούν αυτά τα κείμενα στο σχολείο της κρίσης, πώς μιλάμε σήμερα για το εθνικό ιδεώδες; Και κυρίως πώς θα μιλάμε στα χρόνια που έρχονται, σε τάξεις γεμάτες παιδιά οικογενειών εξαθλιωμένων, ανθρώπων κατάκοπων από την αγωνία της καθημερινότητας, εξαντλημένοι και σκοτεινιασμένοι οι ίδιοι από τον μαύρο ορίζοντα. Πώς σχολιάζεις το περίφημο ελληνικό κατόρθωμα, τον ανυπότακτο χαρακτήρα της φυλής τώρα που ο λεβέντης αϊτός κατέβηκε εν τέλει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει και δέχεται αδιαμαρτύρητα τους κολάφους, τα ραπίσματα; Δοκίμασα πρόσφατα τη Ρωμιοσύνη και πρόσεξα μια μικρή μετατόπιση μέσα μου, σαν κάτι να έχει αλλάξει. Να ήταν η ιδέα μου; Μπορεί. Όσο ο Υπουργός κρατούσε ακόμα το τσεκούρι του κι ο Νομάρχης τα γκέμια του Βουκεφάλα, ήταν σχετικά εύκολο να στέκεσαι στο κέντρο των αντίρροπων δυνάμεων, μέγας μαέστρος εσύ και εξισορροπιστής, ρυθμιστής του αισθήματος της τάξης, ανοιγοκλείνοντας κατά περίπτωση τη στρόφιγγα του εθνικού μεγαλείου (ώστε να μην καλπάσει ο πατριωτικός χουλιγκανισμός αλλά και να μην στεγνώσουν τα πράγματα από την πολλή ιδεολογία.) Όμως τώρα; Σκέφτομαι αυτά τα αθώα παιδιά. Πάντα πρόθυμα να οδηγηθούν, να παρασυρθούν από έναν φανατισμένο άνθρωπο ή μια απόλυτη ιδέα, να παραδοθούν σε όποιο συναίσθημα υποδαυλίζεται επισήμως από την πολιτεία (την κυρίαρχη ιδεολογία, ντε), να εγκολπωθούν όποια εκδοχή ιστορίας προκρίνεται κατά περίπτωση ως στρατηγικά χρήσιμη ή ωφέλιμη για τον τόπο. Θέλω να δω πώς θα εφεύρουμε τώρα τη νέα μας περηφάνεια: αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό / αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα.

Εντάξει. Καμιά φορά, βολεύονται. Αλλά για λίγο- ίσα να εκταμιευτεί η έκτη δόση. Άντε και η έβδομη που είναι η σημαντικότερη, πώς κάνετε έτσι μωρέ.

*


Η αποσκιούρα ανέσυρε εικόνες απ’ το χωριό του πατέρα μου, κάτι σκαμμένα πρόσωπα της επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, χειρονομίες, εκφράσεις και κουβέντες του καφενείου (ο ανεξάντλητος γλωσσικός πλούτος της προφορικότητας), μυρωδιές και ήχους (τα κλαρίνα από το πανηγύρι, τη νύχτα, πίσω απ’ τον λόφο) εντυπώσεις συνειδητά ή ασυνείδητα απωθημένες, πράγματα ενταφιασμένα ή ανενεργά. Καθότι, βεβαίως, θα μιλήσουμε για όλα τα υπόλοιπα, θα αξιοποιήσουμε χιλιάδες λέξεις ώστε να κατατροπωθεί ο εχθρός αλλά για τα προσωπικά μας ζητήματα, γι’ αυτά που καίνε, θα πούμε ελάχιστα ή τίποτα– αν υποθέσουμε ότι τα έχουμε πει ποτέ ανοιχτά με τον εαυτό μας.

Τελικά έφτασα σ’ εκείνον. Παρόμοιες λέξεις θυμάμαι κι από το στόμα του πατέρα μου, ειπωμένες με τρόπο ιδιαίτερο, πλάγιο (εμπνεόταν απ’ αυτές και τις έκρινε ταυτόχρονα), σαν να κοίταζε λοξά το δικό του παρόν- σαν κάποιος που πενθεί ήδη τον έρωτα την ώρα που τον ζει. Λάτρευε την ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια κι ενώ ο ίδιος αποτελούσε οργανικό στοιχείο της ζωής του βουνού και τη στάνης, περισσότερο ονειρευόταν ή θαύμαζε αυτή τη ζωή παρά τη ζούσε, σαν αστός γοητευμένος από τον εξωτισμό της αμόλυντης παρθένας φύσης, δέσμιος, πάντα, της εμμεσότητας, της ποιητικής διαμεσολάβησης. Και όταν απήγγειλλε τα ποιήματα στην τάξη, ακόμα κι όταν έπαιζε χαρτιά στο καφενείο με ανθρώπους που αναγνώριζε αυθεντικούς, λάτρης της ατμόσφαιρας παρέμενε· έψαχνε τρόπους να αποδράσει από την εγκεφαλικότητα ή από έναν μελαγχολικό, ανικανοποίητο εαυτό που δεν έβρισκε νόημα στην τυπική κοινωνική συνθήκη. Αλλά χρειάζεται να μεγαλώσεις κι εσύ αρκετά ώστε να αναγνωρίσεις το πρόσωπο πίσω από τον στερεωμένο ρόλο, κατειλημμένος καθώς είσαι διαρκώς από το δικό σου αίτημα, το δικό σου παράπονο ζωής.

*


(Ήταν το τέλος του καλοκαιριού και επιστρέφαμε στο χωριό- ο δρόμος ανέβαινε φιδωτός μέσα στα πεύκα. Προπορευόταν το αυτοκίνητο με το φέρετρο κι εγώ οδηγούσα από πίσω με ανοιχτό παράθυρο- άκουγα τα τζιτζίκια στο λαμπρό μεσημέρι και σκεφτόμουν τη διαδρομή, τα δέντρα, τα πουλιά, όσα αγάπησε σαν παιδί κι όσα τον διαμόρφωσαν, να περνάνε για τελευταία φορά μπροστά από τα νεκρά μάτια του.)

7.12.11

μισές σχέσεις*




"Πρέπει να σου πω ότι έχω ένα μικρό φλερτ τελευταία. Οπότε προχτές περνάω μια βόλτα από το μπαρ και τον ξαναβλέπω. Με ρωτάει αν είμαι να μένω πάλι για χορούς και τέτοια και του απαντάω μάλλον όχι, αν θέλεις, μπορούμε να πάμε καμιά βόλτα. Προχωράμε προς τη λίμνη, βαδίζουμε αργά γύρω της, κάποια στιγμή λέει πως έχει ένα τσιγαράκι μαζί του και καθόμαστε στο παγκάκι. Κι εκεί, μέσα σε ελάχιστα λεπτά, συνειδητοποιώ ότι η ομίχλη έχει κατέβει ξαφνικά πολύ χαμηλά, ξέρεις, ένα απίθανο πράγμα, δεν το έχω ξαναδεί... γενικά μιλάμε λίγο μεταξύ μας, λέμε πράγματα ελάχιστα, αλλά ωραία, του δε πόιντ, μέσα σ’ αυτό το έντονο σκηνικό, όπου η ομίχλη σιγά-σιγά σκεπάζει τα πάντα

και καθόμαστε για λίγο εκεί κι ύστερα προχωράμε κάπου όπου δεν βλέπουμε σχεδόν τίποτα, να, ούτε από εδώ ως τη νεραντζιά, και υπάρχουν αυτά τα μικρά φώτα, σαν φωτισμένα παράθυρα, αλλά κι ένα άλλο φως που έρχεται από πάνω, εξώκοσμο, τι Αγγελόπουλος και τέτοια μου λες μετά,

και κάνουμε μια στάση κάπου και πιανόμαστε να χορέψουμε για λίγο, κάπως αυθόρμητα, χωρίς μουσική και πάλι σταματάμε. Δεν ακούγεται τίποτα, μιλάμε ήσυχα, ο καθένας λέει τα δικά του, αλλά νιώθω πως συντονιζόμαστε στο ίδιο πράγμα, στην ίδια μαγεία και λέω, σκέψου, αν είχαμε μια καλύτερη σχέση ίσως και να είχαμε πάει σπίτι τώρα, ξέρεις, και δεν εννοώ πως μου αρκεί κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν φτάνει μόνο μια τέτοια στιγμή στη ζωή, άσε που πιάνω ότι υπάρχει διαφορά στις προθέσεις μας, αλλά κοίτα ρε παιδί μου μερικές φορές πώς έρχονται τα πράγματα, να, για παράδειγμα αυτό το βράδυ τώρα δεν το αλλάζω με τίποτα, και είναι από τις φορές που λέω στον εαυτό μου βρε κοριτσάκι, άντε, κουβαλάς το μυαλό που κουβαλάς και κάνεις αυτές τις μισές σχέσεις που κάνεις, αλλά αυτό, ε, αυτό είναι κάτι άλλο, είναι μοναδικό.»

Εξομολόγηση φίλης, σε βραδινό περίπατο αλά μπρατσέτα. Είχαμε κι εμείς μόλις βγει από το μπαρ πιωμένοι, είχε μια περίεργη ζέστη κι αυτά τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια παντού, περπατούσαμε κάτω από τις νεραντζιές. Την άκουγα απορροφημένος και σκεφτόμουν πως και η δική μας στιγμή ήταν με τον τρόπο της μοναδική, όπως κάθε στιγμή που η θωράκιση υποχωρεί, δυο άνθρωποι συγκλίνουν κι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ασυνάρτητος. Η αναδιήγηση φυσικά από μνήμης- ελπίζω να μην την προδίδω.

----
*ολόκληρες στιγμές.

Η ζωγραφική της Μαρίας Πολυζωΐδου, από εδώ.

7.10.11

το γκότζι μπέρι

Δυο-τρία μαγαζιά στη λεωφόρο αλλάζουν χέρια συνεχώς. Μετατρέπονται διαδοχικά σε φούρνο, είδη δώρων, τράπεζα, κρεοπωλείο, μπαρ, ζαχαροπλαστείο. Βουνά γυψοσανίδας, γκάπα-γκούπα, νέα μπάζα πάνω στα παλιά, άλλη διακόσμηση, εκαίνια, μπαλόνια. Και ξανά. Αν δεν πρόκειται για τοπική αρχαία κατάρα, τείνω να πιστέψω ότι περνάμε κάποιου είδους κρίση. Περίεργο.



-Πολύ όμορφο, καλές δουλειές να έχετε. Πού είναι το προσωπικό;
-Δεν νομίζω πως χρειάζονται επαγγελματίες ανάμεσά μας. Στην υγειά σας.


*


Ήταν ένας γλυκός Σεπτέμβρης. Ήπιος, μελαγχολικός, ωραίος. Και η θάλασσα ακόμα ζεστή όπως μου είπαν, προσωπικά δεν κατάφερα να συντονιστώ με τις χαρές της εποχής, μελετούσα τα σενάρια της πτώχευσης. Χάνω το μυαλό μου, το καταλαβαίνω, δυο χρόνια τώρα δεν υπάρχει βιβλίο, παράσταση, ταινία ικανή να σταθεί απέναντι στην υπερπαραγωγή των ημερών και να αντέξει: σασπένς έχει, νεκρούς έχει (θες τριάντα χιλιάδες αφεντικό; θες εκατό;) εξωτερικά σε Αργεντινή, Ρουμανία, Ινδία έχει, και το σεξ, όπως σε κάθε σοβαρό έπος, υπονοείται πικρό και ατελέσφορο. Βεβαίως κάθε εναλλακτική εξιστόρηση κρίνεται ανεπίκαιρη, ανεπαρκής. Αναρωτιέμαι αν γίνεται να τους μηνύσουμε για απόσπαση προσοχής από τα ουσιώδη- με την κυριαρχία της μιας αφήγησης (του ενός συγγράματος, γιου νόου) έχει κοπάσει πια και ο νεοταξικός μηδενισμός μέσα μας, χάνουμε την ταυτότητά μας. (καταλήξαμε διαλεχτικοί υλισταί στα γεράματα.)

Διάβαζα προχτές κάποιο από τα εκατοντάδες άρθρα με συντεταγμένες και κουρέματα (η νεότερη ιστορία μιας χώρας, ιδού: από την κουρά προβάτων στην κουρά ομολόγων), διάβαζα και σκεφτόμουν πως αυτή η ανανέωση του λεξιλογίου δημιούργησε ειδικούς της ενημέρωσης. Πώς διάολο οικειοποιούνται την ορολογία αμέσως, ξέρουν τι σημαίνει, αναλύουν τις επιπτώσεις μια χαρά. Στην ίδια θέση, χάζευα αφηρημένος την ίδια γραμμή, φύσαγε κι ο μπάτης στο μπαλκόνι κάπως ενοχλητικά σκορπίζοντας γαστρονόμους-μαγκαζίνα, δεν καταλάβαινα τίποτα- αναρωτιόμουν αν στο χωριό υπάρχουν συγγενείς με καλλιεργήσιμα κτήματα, σε τι έδαφος φυτρώνουν οι πατάτες, τέτοια. Δεν υπάρχουν και πολλοί στη γύρα που καταλαβαίνουν για να ρωτήσεις, κοιταζόμαστε στα μάτια και όλο λέμε δεν κατάλαβα, ξέρεις εσύ τελικά πόσα θα πληρώσουμε, ούτε εγώ κατάλαβα. Στο τέλος μόνο οι τροϊκανοί με τα ωραία σακάκια τους μου εντυπώθηκαν, αυτά τα στενόμακρα παλληκάρια που περπατάνε αμίλητα με μεγάλες δρασκελιές. Φαίνονται διαρκώς απασχολημένοι- δεν μας μιλάνε γιατί είμαστε καραγκιόζηδες. Ούτε στοιχεία βρίσκουν να δουλέψουν σαν άνθρωποι, άχρηστοι σε όλα μας, ενδέχεται κάάάτι από την παλιά φιλοξενία μας να διασώζεται στο να σας φτιάξουμε ένα φραπεδάκι, φιλοξενία αλλοιωμένη πια, όχι πηγαία, όχι όπως σε Κάζαντζάκις. Είμαστε απρόθυμοι να σωθούμε, είναι φανερό. Εκείνοι όμως, αδέκαστοι και αμίλητοι πίνουν μεταλλικό νερό και υπολογίζουν τη σωτηρία: Είκοσι φορές το δεκαπέντε, έντεκα κι επτά δεκαοχτώ. Όλα είν’ εντάξει, δεν έχω λάθος, μα ας τα ξαναδώ.

*



Κατάλαβε το Βήμα ότι η δεκαετία του '40 είναι μπροστά μας και ξέθαψε τον Τσελεμεντέ. Κατ’ αρχάς να πούμε πως η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει όλα τα είδη των καναπέ. Καναπέ με σαρδέλα, καναπέ μοσκοβίτ, καναπέ αρλεκέν, καναπέ ναπολιτέν, καναπέ αμπάσαντερ, καναπέ μέριλαντ, καναπέ παριζιέν, καναπέ μόντε κάρλο, καναπέ ιβανόε, καναπέ μοντέρν, καναπέ ντιαμπλοτέν, καναπέ μπακαρά καθώς και δεκάδες άλλα είδη καναπέ. Όποιος ενδιαφέρεται, αποστέλλω τον καναπέ της αρεσκείας του στο πι και φι.
Σελ. 8 : «Ο στολισμός του τραπεζιού με άνθη είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα της οικοδέσποινας. Μπορεί να τοποθετήσει γιρλάντες με μικροάνθη ή χαμηλά ανθοδοχεία με λουλούδια και να συμπληρώσει τον στολισμό με κηροπήγια και κεριά τα οποία απαραιτήτως πρέπει να ανάβουν κατά την ώρα του γεύματος. Καθρέφτες συνδυασμένοι με κρυφές λάμπες καλό είναι να αποφεύγονται και να χρησιμοποιηθεί ένα ωραίο κρύσταλλο ή ασημικό με φρούτα.» (κηροπήγια, κεριά, άνθη: ήταν ωραίος ο μακαρίτης)

*


Εν τω μεταξύ μίλαγα με τον φίλο μου Άρη ο οποίος δηλώνει ανέλπιστα ευτυχής. Εγώ την πέρασα νωρίς την κρίση, μου λέει, τώρα είμαι μια χαρά. Αγόρασε τέσσερα πακέτα ρύζι, φύτεψε μαρούλια στον κήπο και σκέφτεται να βάλει γκότζι μπέρι. Αν πιάσει το γκότζι μπέρι, θα σωθεί όλη η παρέα μας. Ήδη ανέβασε τα μαρούλια του στο fb και έχει δεκαέξι λάικ. Κι ένα το δικό μου, δεκαεπτά.

*





Εγκλωβίστηκα τελευταία σε ατέλειωτο σύρε κι έλα στην εφορία. Ευτυχώς το πρωί ακούς ακόμα τα πουλιά στα δέντρα, τα καροτσάκια της λαϊκής και όσα καθησυχαστικά θυμίζουν εποχές μακάριες, αιώνιες, πολύ πριν από την Καταιγίδα. Σ’ αυτές τις διαδρομές της εβδομάδας συναντούσα τις φυλές του πρωινού: πιτσιρίκια, μαμάδες κι αυτούς τους αόρατους ηλικιωμένους άντρες: καθαρούς και σιδερωμένους (η σύζυγος; η κόρη;) με τα λεπτά γκρίζα μπουφάν τους και εκείνο το γαλάζιο πουκαμισάκι, στην πρωινή τους αποστολή στον φούρνο- καμιά φορά, αν διασταυρωθείτε απότομα, ίσως να διακρίνεις μια υποψία άνοιας στο βλέμμα. [Η απόσυρση: ασταθή μικρά βήματα, τρεμάμενα χέρια (που κρατάνε το τυλιγμένο ψωμί)· είναι αστείο αλλά κατά βάση, πιστεύουμε πως για μας θα είναι διαφορετικά.] Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, αυτοί οι γονείς, οι γονείς μας, έφτασε ο καιρός να καταλάβουν πως τελείωσε το πάρτι, για όλα έφταιξε το στραβό τους το κεφάλι και ότι αυτοί έχτισαν το φαύλο οικοδόμημα, το σάπιο κράτος, το τέρας του δημόσιου τομέα. Ναι, αυτοί, συνένοχοι και συνεργοί, σαρξ εκ της σαρκός του στρεβλού συστήματος, μεγαλομέτοχοι της κουλτούρας της μεταπολίτευσης: προλαβαίνουν να μετανοήσουν πριν μεταλάβουν με ένα από τα χρυσά κουτάλια με τα οποία τρώγανε τόσα χρόνια.

*


Προσωπική δήλωση του Andrej Hunko, μέλος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής του κόμματος DIE LINKE στις 29/09/2011 ενώπιον της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής:


"Ιδιαίτερη ντροπή αισθάνθηκα διαβάζοντας την επιστολή του Έλληνα Προέδρου της Βουλής, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλους μας προχθές. Ζητεί την αναγνώριση και την εκτίμησή μας για τις περικοπές στον κοινωνικό τομέα, τις οποίες και απαριθμεί λεπτομερώς: περικοπές συντάξεων, περικοπές στον δημόσιο τομέα κ.ο.κ. Γνωρίζετε τον κατάλογο. Δεν μπορώ να εκφράσω εκτίμηση απέναντι σε μια τέτοια πολιτική.

Ούτε να ανταποκριθώ μπορώ σε αυτήν την πολιτική. Το αντίθετο: η υλοποίηση αυτού του προγράμματος δεν εκφράζει ούτε το άτομό μου, ούτε την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της Αριστεράς - Die Linke. Αντίθετα αναγνωρίζω και εκτιμώ τη αντίσταση που προβάλλει ο ελληνικός λαός ενάντια στην κοινωνική βαρβαρότητα που εκδηλώνεται στην χώρα του και ενάντια στην οικονομική ανοησία."

από τον talos.


*


Μην απελπίζεσαι μωρέ, θα τα καταφέρουμε, όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Εδώ συνήθισα να ζω χωρίς εσένα. Of course I do. ( Except when …)

*


Υ.Γ. Μα τι είναι επιτέλους αυτοί οι καθρέφτες οι συνδυασμένοι με κρυφές λάμπες;

10.9.11

vida bela

25.8.11

σώμα μου, εύφλεκτο

Μακριά, πολύ πίσω στο χρόνο, συντελέστηκε το φετινό καλοκαίρι: λίγες ημέρες του Ιουλίου ξεθώριασαν γρήγορα. Ακολουθεί ποστοκοπία μελανκόλικα / φωτοκοπία μπρούταλ*. Τέικ γιορ τάιμ, δυστυχώς δεν πάμε πουθενά· όλα τα βαπόρια είναι δεμένα.
(φωτ.jarrive)


Την παραμονή της μέρας που δεν θα έφευγα ποτέ, τουλάχιστον δεν χρειάζεται να φτιάξω τις βαλίτσες.
(Φερνάντο Πεσσόα, μτφρ. Αντ. Χρυσοστομίδης)


*

Μπαλκόνι, δυόμιση, ξημερώματα, Τρίτη..[...] Παράτησα το βιβλίο που διάβαζα, το βαρέθηκα πριν καν αποφασίσω να ψάξω σελιδοδείκτη..[...] Οι τέντες είναι ανεβασμένες, ένα αεράκι κουνάει ο,τι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου, σε λίγο γίνεται πιο δυνατό, κοροϊδεύομαι ότι το μπαλκόνι σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε...[...] Αν -μια στο δισεκατομμύριο- είναι καράβι, το υπόλοιπο πλήρωμα κοιμάται. Πρέπει να μείνω ξύπνιος λοιπόν και να το βγάλω στα ανοιχτά μόνος μου, αφού πρώτα ειδοποιήσω αυτόν με το αναμμένο φως στην απέναντι πλευρά του δρόμου να περιμένει λίγο, αν ξεκινήσουν ταυτόχρονα δυο τρίτοι όροφοι μπορεί να έχουμε δράματα, αν σαλπάρει και ο δεύτερος διαγώνια -βλέπω την κάφτρα του ύπαρχου να κουνιέται εκεί χαμηλά- τότε κανείς δεν θα διηγείται την ανιαρή ιστορία του Τιτανικού σε λίγα χρόνια...[...] Σαράντα, πενήντα, εξήντα μπαλκόνια, άλλα με μηχανές, άλλα με πανιά, ακινητοποιημένα καταμεσής δυο δρόμων. Σα να μας τέλειωσαν ξαφνικά τα καύσιμα ή να έκλεισε κάποιος τον διακόπτη του αέρα και της ανάσας μας.[...] Ελπίζω αύριο, μεθαύριο, να αποφασίσω να βουτήξω. Λάντζα δεν έρχεται, λιμάνι δεν πιάνουμε, ανεμόσκαλα δεν έχουμε, αν δεν έρθει το καλοκαίρι προς τα δω λέω να πάω εγώ να το βρω πριν χαθεί οριστικά το στίγμα του από το ραντάρ...

(Επιλογή από την άπνοια, 3 Αυγούστου, kkmoiris)



(φωτ.schwarz-weiss)

Από τα ταξίδια του Αυγούστου στις βεράντες. Διακρίνονται οι καναπέδες πρώτης θέσης.

*


“Αγαπημένη μου,
Νομίζω ότι η μέγιστη διάμετρος του νησιού αυτού δεν θα ξεπερνά τα πενήντα χιλιόμετρα. Υπάρχει ένας παράκτιος δρόμος που το αγκαλιάζει ολόκληρο, ένας δρόμος στενός, που άλλοτε ανεβαίνει απόκρημνος στην άκρη της θάλασσας κι άλλοτε ανηφορίζει απαλά σε άγονες ακτές που καταλήγουν σε μικρές μοναχικές παραλίες με βότσαλα πλαισιωμένα από θάμνους καμένους από την αλμύρα· πότε-πότε, σε κάποια απ’ αυτές σταματώ.”
(Είναι αργά, όλο και πιο αργά, Antonio Tabucchi)



(φωτ. xilaren)

Βαριέμαι λίγο να διαβάσω τον Ταμπούκι, μου αρκεί αυτή η εισαγωγή, το απίθανο εξώφυλλο και η ιδέα: ανεπίδοτα γράμματα στις αγαπημένες. Θυμάμαι τώρα κάτι ωραία σκούρα βότσαλα, τα κύματα χρυσά κόντρα στον ήλιο του απογεύματος και ο ήχος από τα φουσκωμένα νερά που υποχωρούν....να είναι οι Χοχλάκοι στη Νίσυρο; Δεν είμαι σίγουρος. Πάντως με τον καιρό αλλάζει μέσα μου η αντίληψη για την ομορφιά, δεν αντέχω την υπογράμμιση, τη σούπερ γραφικότητα. (Νίσυρος, Σίκινος, Λειψοί, τόποι απλοί κι απροσποίητοι.)




*


Δεν μου έλειψαν και πολλά αλλά μου ήρθε απρόσκλητη αυτή η εικόνα, κάτι από όσα έχω ζήσει- λίγο από ό,τι κατασκεύασε η μνήμη με τη μέθοδο του κολλάζ: η παλιά Ανάφη, στη μοναδική ταβέρνα στο λιμάνι, μισοδιαλυμένες καρέκλες κάτω από το φεγγάρι αλλά σαν να φωτίζεται μόνο η μεθυσμένη παρέα, πιο πέρα ψυχή, γάτες ίσως και η θάλασσα- σκοτάδι. Και τα τραγούδια, πάντα τα τραγούδια, ζωντανά, με δυο όργανα, μια κιθάρα κι έναν τζουρά. Διεγερμένα βλέμματα, κρυμμένοι πόθοι, όλη η ζωή σου στον αέρα, σαν να περνάμε το τελευταίο βράδυ στον πλανήτη. Το έχω ξανανεβάσει, αλλά είναι πυκνό, κορυφαίο:
"Ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει αμέσως την βαθύτητα ενός παρελθόντος. Τι σημασία έχει αν δεν είσαι βασάνης; Τραγουδάς και γίνεσαι. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα μυστικά των τραγουδιών, αυτών που- λαϊκά, δημοτικά, νησιώτικα, αδιάφορο- προξένεψαν ανεπαίσθητα την καρδιά μας με την βαθύτητα μιας αμετάδοτης ιθαγένειας. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στον χρόνο, στο τραγούδι- τέχνη του έρωτα και του χρόνου- εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες. Έτσι δένονται τα αόρατα νήματα πάνω από τα κεφάλια των μεθυσμένων και διανεύουν σκιές χαμένων γύρω τους."

(Κωστής Παπαγιώργης, στο «Γεια σου Ασημάκη» )



Αλλά δεν χρειάζεται να φτάσεις στην Ανάφη και τον Βαγγέλη Παπάζογλου. Τα λέει η κοπέλα το δύο χιλιάδες έντεκα: Αυτό το καλοκαίρι έχει κάτι μαγικό / σου λέω σ' αγαπώ, χωρίς να το σκεφτώ. Δηλαδή έχω αρπάξει, πώς το λένε: Φωτιά στη λογική. Να το κάνω σαφές: Τα έχω αφήσει όλα πίσω. Που πάει να πει: ας χάσουμε τον έλεγχο / σώμα μου εύφλεκτο.
Ρε παιδάκι μου: Τελειώνει ο χρόνος, φίλησέ με!.

Ά ρε Τάμτα, παρεξηγημένη.

*


Και η Τουρκαλίτσα και η Τάμτα κι αυτός ακόμα, από τα ξεχασμένα '90s, τα ίδια λένε: αυτή η νύχτα μένει.

Ναι, πες μας κι εσύ κάτι που δεν ξέραμε. Λερώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, τα παλιόπαιδα.

***

Αποφώνησις: Σε περίπτωση που θέλατε να χασομερήσετε στη σελίδα και δεν βρίσκατε τον λόγο, αντιγράφω τις πρώτες σελίδες από ένα ονειρικό βιβλιαράκι του Δ. Κούρτοβικ που δόθηκε με την Ελευθεροτυπία το 2007, ώστε να παραξενευτείτε ευχάριστα και να πάτε στην ευχή του θεού. Οι φωτογραφίες του μέγα silez. Ή του ukuk, χωρίσανε αυτοί τελευταία.


«Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή. Συνέβη σ’ εμένα τον ίδιο, πρόπερσι το καλοκαίρι. Αλλιώς παραδέχομαι ότι δεν θα την πίστευα. Θα έλεγα ότι, αν δεν είναι εντελώς πλαστή, γεννήθηκε στο μυαλό κάποιου που η μνήμη του, με την υπόγεια λογική του ονείρου, σύνδεσε δύο εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα, κάτι που έζησε αυτός ο άνθρωπος με κάτι που διάβασε ή άκουσε σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και υπό διαφορετικές συνθήκες. Εδώ όμως αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο. Θυμάμαι πολύ καλά την κατάπληξη και την ανησυχία μου καθώς ζούσα εκείνο το περιστατικό.


Ήμουν με μια παλιά φίλη μου στο νησί Α. Είχαμε περάσει μια βδομάδα σ’ ένα πολύ απόμερο παραθαλάσσιο χωριό και αποφασίσαμε να μετακινηθούμε για τις δύο τελευταίες μέρες στο λιμάνι, γιατί είχαμε βαρεθεί κάπως την ερημιά. Την παραμονή της αναχώρησής μας είπαμε ν’ ανεβούμε στη Χώρα. Όχι όμως από τον κεντρικό δρόμο, με το αυτοκίνητο, αλλά με τα πόδια, από ένα μονοπάτι που μας υπέδειξε ο ξενοδόχος μας.
Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι. Έκανε ζέστη, αλλά το μονοπάτι, εκτός από βατό, ήταν και σχετικά σκιερό, έτσι η ανάβαση δεν μας δυσκόλευε. Η φίλη μου προπορευόταν. Φορούσε ένα μακρύ φουστάνι με γαιώδεις αποχρώσεις σε πολύ όμορφους συνδυασμούς και βάδιζε με μεγάλη χάρη. Σκέφτηκα πως την αγαπούσα πολύ και πως ίσως δεν της το είχα δείξει αρκετά τις ημέρες που είχαν προηγηθεί. Το παλιό πάθος μας είχε ξαναφουντώσει απότομα και άγρια στο χωριό και στα διαλείμματα της έξαψης αποτραβιόμουν στον εαυτό μου σαστισμένος και κάπως μετανιωμένος, γιατί ήξερα πως ήταν μια πολύ άβολη σχέση. Τώρα όμως, καθώς την έβλεπα να ανηφορίζει αέρινα, αισθανόμουν ασυγκράτητα ερωτευμένος μαζί της και λυπόμουν που έπρεπε να χωρίσουμε την άλλη μέρα.
Στο τέρμα της ανηφόρας το μονοπάτι διασταυρωνόταν μ’ ένα φαρδύ χωματόδρομο κι έπειτα συνεχιζόταν ολόισια μέσα από ένα μεγάλο χωράφι με βερικοκιές. Πίσω από το χωράφι, τα πρώτα σπίτια της χώρας σκαρφάλωναν στην πλαγιά του απόκρημνου λόφου.



Δεν μείναμε πολύ στη χώρα, ήπιαμε μόνο έναν καφέ κι έπειτα κατηφορίσαμε από την άλλη πλευρά, για να κάνουμε μπάνιο σ’ έναν όμορφο ορμίσκο. Την ώρα που λιαζόμασταν μετά το κολύμπι, έγινε κάτι που με στενοχώρησε. Η φίλη μου μού είπε ξαφνικά: «Αυτές οι δυο μαύρες ελιές που έχεις κάτω από τη μασχάλη δεν μου αρέσουν. Πρέπει να πας σε γιατρό».
Τις είχα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, απαράλλαχτες. Της το είπα κι εκείνη δεν επέμεινε. Αλλά με παραξένεψε που τις πρόσεχε μόλις τώρα για πρώτη φορά. Γνώριζε το σώμα μου από παλιά και η τελευταία εβδομάδα θα έπρεπε να την είχε βοηθήσει να θυμηθεί όσες λεπτομέρειες είχε ξεχάσει.
Στον γυρισμό δεν ανταλλάξαμε σχεδόν κουβέντα. Όταν φτάσαμε στη Χώρα, ήταν πια αργά το απόγευμα. Περιπλανηθήκαμε στα δρομάκια με τους βασιλικούς και τις βουκαμβίλιες, και η φίλη μου τραβούσε συνεχώς φωτογραφίες. Κάποια στιγμή, εκεί που στεκόμασταν σ’ ένα ξάγναντο και κοιτάζαμε τη θέα προς τα νότια, γύρισε, με αγκάλιασε μ’ ενθουσιασμό και με φίλησε. «Πέρασα μαζί σου μια υπέροχη βδομάδα» είπε.[…] »
Δημοσθένης Κούρτοβικ, Το άλλο μονοπάτι


-----
*Πολλή μασονία πέφτει σ' αυτούς τους τουμπλεράδες. Επικοινωνούν μεταξύ τους με εικόνες, λένε κάτι συνθηματικές κουβέντες, εξελίσσονται σε τεχνίτες της απόκρυψης. Αντιγράφω τις φωτό τους ανερυθρίαστα, ανερώτητα, αβασάνιστα.