vita moderna

kisses, tears & psychodramas

23.12.11

Η διαδρομή

Ανεπίκαιρο, αντιεορταστικό ποστ προ έκτης δόσης, για τον βυτίο και το μπαχάρ του.




Συγκεχυμένες σκέψεις, πράγματα θολά ή αδιευκρίνιστα ήρθαν στον ύπνο μου με αφορμή ένα δημοτικό τραγούδι που διάβαζα στα Κείμενα της A΄ γυμνασίου πριν κοιμηθώ. Τελευταία ξυπνάω μέσα στη νύχτα και εγκλωβίζομαι σε πυρετό ασυνάρτητων εντυπώσεων που επιμένουν, μαζί με ένα συναίσθημα αγωνίας, μια διάχυτη ανησυχία που συνήθως υποχωρεί στο πρωϊνό φως.

Ένας αϊτός περήφανος, ένας αϊτός λεβέντης,
από την περηφάνια του κι από τη λεβεντιά του,
δεν πάει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει,
μον’ μένει απάνω στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια.
Κι έριξε χιόνια στα βουνά και κρούσταλα στους κάμπους,
εμάργωσαν τα νύχια του κι επέσαν τα φτερά του.
Κι αγνάντιο βγήκε κι έκατσε, σ' ένα ψηλό λιθάρι
και με τον ήλιο μάλωνε και με τον ήλιο λέει:
«Ήλιε, για δε βαρείς κι εδώ σ’ τούτη την αποσκιούρα,
να λιώσουνε τα κρούσταλα, να λιώσουνε τα χιόνια,
να γίνει μια άνοιξη καλή, να γίνει καλοκαίρι,
να ζεσταθούν τα νύχια μου να γιάνουν τα φτερά μου
να 'ρθούνε τ' άλλα τα πουλιά και τ' άλλα μου τ' αδέρφια».

Ν.Γ.Πολίτη, Εκλογαί απο τα τραγούδια του ελληνικού λαού.


Υπάρχει μια λέξη στο τραγούδι, που φωτίστηκε και βγήκε εξαρχής μπροστά από τις υπόλοιπες, ένα σημείο έντασης (έλξης και απώθησης μαζί) που προσπαθώ να εξηγήσω λογικά. Φαίνεται να σπάει ο ρυθμός του κειμένου εκεί, σαν να παραπατάει ο δεκαπεντασύλλαβος· αλλά και η ίδια η λέξη αποσκιούρα έχει κάτι τραχύ ή ξένο μέσα σε ένα λεξιλόγιο σχετικά ήπιο, σαν λέξη που ξεχάστηκε σε κατώι χωριάτικου σπιτιού – εκεί που η πόρτα τρίζει και τα αντικείμενα έχουν μετατραπεί, από τα χρόνια ακινησίας και σκόνης, σε μούμιες του εαυτού τους.

*


Η ποίηση είναι πάντα καταφύγιο, παρηγοριά. Αναρωτιέμαι όμως: ποιο περιεχόμενο αποκτούν αυτά τα κείμενα στο σχολείο της κρίσης, πώς μιλάμε σήμερα για το εθνικό ιδεώδες; Και κυρίως πώς θα μιλάμε στα χρόνια που έρχονται, σε τάξεις γεμάτες παιδιά οικογενειών εξαθλιωμένων, ανθρώπων κατάκοπων από την αγωνία της καθημερινότητας, εξαντλημένοι και σκοτεινιασμένοι οι ίδιοι από τον μαύρο ορίζοντα. Πώς σχολιάζεις το περίφημο ελληνικό κατόρθωμα, τον ανυπότακτο χαρακτήρα της φυλής τώρα που ο λεβέντης αϊτός κατέβηκε εν τέλει στα κατώμερα να καλοξεχειμάσει και δέχεται αδιαμαρτύρητα τους κολάφους, τα ραπίσματα; Δοκίμασα πρόσφατα τη Ρωμιοσύνη και πρόσεξα μια μικρή μετατόπιση μέσα μου, σαν κάτι να έχει αλλάξει. Να ήταν η ιδέα μου; Μπορεί. Όσο ο Υπουργός κρατούσε ακόμα το τσεκούρι του κι ο Νομάρχης τα γκέμια του Βουκεφάλα, ήταν σχετικά εύκολο να στέκεσαι στο κέντρο των αντίρροπων δυνάμεων, μέγας μαέστρος εσύ και εξισορροπιστής, ρυθμιστής του αισθήματος της τάξης, ανοιγοκλείνοντας κατά περίπτωση τη στρόφιγγα του εθνικού μεγαλείου (ώστε να μην καλπάσει ο πατριωτικός χουλιγκανισμός αλλά και να μην στεγνώσουν τα πράγματα από την πολλή ιδεολογία.) Όμως τώρα; Σκέφτομαι αυτά τα αθώα παιδιά. Πάντα πρόθυμα να οδηγηθούν, να παρασυρθούν από έναν φανατισμένο άνθρωπο ή μια απόλυτη ιδέα, να παραδοθούν σε όποιο συναίσθημα υποδαυλίζεται επισήμως από την πολιτεία (την κυρίαρχη ιδεολογία, ντε), να εγκολπωθούν όποια εκδοχή ιστορίας προκρίνεται κατά περίπτωση ως στρατηγικά χρήσιμη ή ωφέλιμη για τον τόπο. Θέλω να δω πώς θα εφεύρουμε τώρα τη νέα μας περηφάνεια: αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό / αυτές οι πέτρες δε βολεύονται κάτου απ’ τα ξένα βήματα.

Εντάξει. Καμιά φορά, βολεύονται. Αλλά για λίγο- ίσα να εκταμιευτεί η έκτη δόση. Άντε και η έβδομη που είναι η σημαντικότερη, πώς κάνετε έτσι μωρέ.

*


Η αποσκιούρα ανέσυρε εικόνες απ’ το χωριό του πατέρα μου, κάτι σκαμμένα πρόσωπα της επαρχίας Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, χειρονομίες, εκφράσεις και κουβέντες του καφενείου (ο ανεξάντλητος γλωσσικός πλούτος της προφορικότητας), μυρωδιές και ήχους (τα κλαρίνα από το πανηγύρι, τη νύχτα, πίσω απ’ τον λόφο) εντυπώσεις συνειδητά ή ασυνείδητα απωθημένες, πράγματα ενταφιασμένα ή ανενεργά. Καθότι, βεβαίως, θα μιλήσουμε για όλα τα υπόλοιπα, θα αξιοποιήσουμε χιλιάδες λέξεις ώστε να κατατροπωθεί ο εχθρός αλλά για τα προσωπικά μας ζητήματα, γι’ αυτά που καίνε, θα πούμε ελάχιστα ή τίποτα– αν υποθέσουμε ότι τα έχουμε πει ποτέ ανοιχτά με τον εαυτό μας.

Τελικά έφτασα σ’ εκείνον. Παρόμοιες λέξεις θυμάμαι κι από το στόμα του πατέρα μου, ειπωμένες με τρόπο ιδιαίτερο, πλάγιο (εμπνεόταν απ’ αυτές και τις έκρινε ταυτόχρονα), σαν να κοίταζε λοξά το δικό του παρόν- σαν κάποιος που πενθεί ήδη τον έρωτα την ώρα που τον ζει. Λάτρευε την ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια κι ενώ ο ίδιος αποτελούσε οργανικό στοιχείο της ζωής του βουνού και τη στάνης, περισσότερο ονειρευόταν ή θαύμαζε αυτή τη ζωή παρά τη ζούσε, σαν αστός γοητευμένος από τον εξωτισμό της αμόλυντης παρθένας φύσης, δέσμιος, πάντα, της εμμεσότητας, της ποιητικής διαμεσολάβησης. Και όταν απήγγειλλε τα ποιήματα στην τάξη, ακόμα κι όταν έπαιζε χαρτιά στο καφενείο με ανθρώπους που αναγνώριζε αυθεντικούς, λάτρης της ατμόσφαιρας παρέμενε· έψαχνε τρόπους να αποδράσει από την εγκεφαλικότητα ή από έναν μελαγχολικό, ανικανοποίητο εαυτό που δεν έβρισκε νόημα στην τυπική κοινωνική συνθήκη. Αλλά χρειάζεται να μεγαλώσεις κι εσύ αρκετά ώστε να αναγνωρίσεις το πρόσωπο πίσω από τον στερεωμένο ρόλο, κατειλημμένος καθώς είσαι διαρκώς από το δικό σου αίτημα, το δικό σου παράπονο ζωής.

*


(Ήταν το τέλος του καλοκαιριού και επιστρέφαμε στο χωριό- ο δρόμος ανέβαινε φιδωτός μέσα στα πεύκα. Προπορευόταν το αυτοκίνητο με το φέρετρο κι εγώ οδηγούσα από πίσω με ανοιχτό παράθυρο- άκουγα τα τζιτζίκια στο λαμπρό μεσημέρι και σκεφτόμουν τη διαδρομή, τα δέντρα, τα πουλιά, όσα αγάπησε σαν παιδί κι όσα τον διαμόρφωσαν, να περνάνε για τελευταία φορά μπροστά από τα νεκρά μάτια του.)

7.12.11

μισές σχέσεις*




"Πρέπει να σου πω ότι έχω ένα μικρό φλερτ τελευταία. Οπότε προχτές περνάω μια βόλτα από το μπαρ και τον ξαναβλέπω. Με ρωτάει αν είμαι να μένω πάλι για χορούς και τέτοια και του απαντάω μάλλον όχι, αν θέλεις, μπορούμε να πάμε καμιά βόλτα. Προχωράμε προς τη λίμνη, βαδίζουμε αργά γύρω της, κάποια στιγμή λέει πως έχει ένα τσιγαράκι μαζί του και καθόμαστε στο παγκάκι. Κι εκεί, μέσα σε ελάχιστα λεπτά, συνειδητοποιώ ότι η ομίχλη έχει κατέβει ξαφνικά πολύ χαμηλά, ξέρεις, ένα απίθανο πράγμα, δεν το έχω ξαναδεί... γενικά μιλάμε λίγο μεταξύ μας, λέμε πράγματα ελάχιστα, αλλά ωραία, του δε πόιντ, μέσα σ’ αυτό το έντονο σκηνικό, όπου η ομίχλη σιγά-σιγά σκεπάζει τα πάντα

και καθόμαστε για λίγο εκεί κι ύστερα προχωράμε κάπου όπου δεν βλέπουμε σχεδόν τίποτα, να, ούτε από εδώ ως τη νεραντζιά, και υπάρχουν αυτά τα μικρά φώτα, σαν φωτισμένα παράθυρα, αλλά κι ένα άλλο φως που έρχεται από πάνω, εξώκοσμο, τι Αγγελόπουλος και τέτοια μου λες μετά,

και κάνουμε μια στάση κάπου και πιανόμαστε να χορέψουμε για λίγο, κάπως αυθόρμητα, χωρίς μουσική και πάλι σταματάμε. Δεν ακούγεται τίποτα, μιλάμε ήσυχα, ο καθένας λέει τα δικά του, αλλά νιώθω πως συντονιζόμαστε στο ίδιο πράγμα, στην ίδια μαγεία και λέω, σκέψου, αν είχαμε μια καλύτερη σχέση ίσως και να είχαμε πάει σπίτι τώρα, ξέρεις, και δεν εννοώ πως μου αρκεί κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν φτάνει μόνο μια τέτοια στιγμή στη ζωή, άσε που πιάνω ότι υπάρχει διαφορά στις προθέσεις μας, αλλά κοίτα ρε παιδί μου μερικές φορές πώς έρχονται τα πράγματα, να, για παράδειγμα αυτό το βράδυ τώρα δεν το αλλάζω με τίποτα, και είναι από τις φορές που λέω στον εαυτό μου βρε κοριτσάκι, άντε, κουβαλάς το μυαλό που κουβαλάς και κάνεις αυτές τις μισές σχέσεις που κάνεις, αλλά αυτό, ε, αυτό είναι κάτι άλλο, είναι μοναδικό.»

Εξομολόγηση φίλης, σε βραδινό περίπατο αλά μπρατσέτα. Είχαμε κι εμείς μόλις βγει από το μπαρ πιωμένοι, είχε μια περίεργη ζέστη κι αυτά τα χριστουγεννιάτικα φωτάκια παντού, περπατούσαμε κάτω από τις νεραντζιές. Την άκουγα απορροφημένος και σκεφτόμουν πως και η δική μας στιγμή ήταν με τον τρόπο της μοναδική, όπως κάθε στιγμή που η θωράκιση υποχωρεί, δυο άνθρωποι συγκλίνουν κι ο κόσμος γίνεται λιγότερο ασυνάρτητος. Η αναδιήγηση φυσικά από μνήμης- ελπίζω να μην την προδίδω.

----
*ολόκληρες στιγμές.

Η ζωγραφική της Μαρίας Πολυζωΐδου, από εδώ.

7.10.11

το γκότζι μπέρι

Δυο-τρία μαγαζιά στη λεωφόρο αλλάζουν χέρια συνεχώς. Μετατρέπονται διαδοχικά σε φούρνο, είδη δώρων, τράπεζα, κρεοπωλείο, μπαρ, ζαχαροπλαστείο. Βουνά γυψοσανίδας, γκάπα-γκούπα, νέα μπάζα πάνω στα παλιά, άλλη διακόσμηση, εκαίνια, μπαλόνια. Και ξανά. Αν δεν πρόκειται για τοπική αρχαία κατάρα, τείνω να πιστέψω ότι περνάμε κάποιου είδους κρίση. Περίεργο.



-Πολύ όμορφο, καλές δουλειές να έχετε. Πού είναι το προσωπικό;
-Δεν νομίζω πως χρειάζονται επαγγελματίες ανάμεσά μας. Στην υγειά σας.


*


Ήταν ένας γλυκός Σεπτέμβρης. Ήπιος, μελαγχολικός, ωραίος. Και η θάλασσα ακόμα ζεστή όπως μου είπαν, προσωπικά δεν κατάφερα να συντονιστώ με τις χαρές της εποχής, μελετούσα τα σενάρια της πτώχευσης. Χάνω το μυαλό μου, το καταλαβαίνω, δυο χρόνια τώρα δεν υπάρχει βιβλίο, παράσταση, ταινία ικανή να σταθεί απέναντι στην υπερπαραγωγή των ημερών και να αντέξει: σασπένς έχει, νεκρούς έχει (θες τριάντα χιλιάδες αφεντικό; θες εκατό;) εξωτερικά σε Αργεντινή, Ρουμανία, Ινδία έχει, και το σεξ, όπως σε κάθε σοβαρό έπος, υπονοείται πικρό και ατελέσφορο. Βεβαίως κάθε εναλλακτική εξιστόρηση κρίνεται ανεπίκαιρη, ανεπαρκής. Αναρωτιέμαι αν γίνεται να τους μηνύσουμε για απόσπαση προσοχής από τα ουσιώδη- με την κυριαρχία της μιας αφήγησης (του ενός συγγράματος, γιου νόου) έχει κοπάσει πια και ο νεοταξικός μηδενισμός μέσα μας, χάνουμε την ταυτότητά μας. (καταλήξαμε διαλεχτικοί υλισταί στα γεράματα.)

Διάβαζα προχτές κάποιο από τα εκατοντάδες άρθρα με συντεταγμένες και κουρέματα (η νεότερη ιστορία μιας χώρας, ιδού: από την κουρά προβάτων στην κουρά ομολόγων), διάβαζα και σκεφτόμουν πως αυτή η ανανέωση του λεξιλογίου δημιούργησε ειδικούς της ενημέρωσης. Πώς διάολο οικειοποιούνται την ορολογία αμέσως, ξέρουν τι σημαίνει, αναλύουν τις επιπτώσεις μια χαρά. Στην ίδια θέση, χάζευα αφηρημένος την ίδια γραμμή, φύσαγε κι ο μπάτης στο μπαλκόνι κάπως ενοχλητικά σκορπίζοντας γαστρονόμους-μαγκαζίνα, δεν καταλάβαινα τίποτα- αναρωτιόμουν αν στο χωριό υπάρχουν συγγενείς με καλλιεργήσιμα κτήματα, σε τι έδαφος φυτρώνουν οι πατάτες, τέτοια. Δεν υπάρχουν και πολλοί στη γύρα που καταλαβαίνουν για να ρωτήσεις, κοιταζόμαστε στα μάτια και όλο λέμε δεν κατάλαβα, ξέρεις εσύ τελικά πόσα θα πληρώσουμε, ούτε εγώ κατάλαβα. Στο τέλος μόνο οι τροϊκανοί με τα ωραία σακάκια τους μου εντυπώθηκαν, αυτά τα στενόμακρα παλληκάρια που περπατάνε αμίλητα με μεγάλες δρασκελιές. Φαίνονται διαρκώς απασχολημένοι- δεν μας μιλάνε γιατί είμαστε καραγκιόζηδες. Ούτε στοιχεία βρίσκουν να δουλέψουν σαν άνθρωποι, άχρηστοι σε όλα μας, ενδέχεται κάάάτι από την παλιά φιλοξενία μας να διασώζεται στο να σας φτιάξουμε ένα φραπεδάκι, φιλοξενία αλλοιωμένη πια, όχι πηγαία, όχι όπως σε Κάζαντζάκις. Είμαστε απρόθυμοι να σωθούμε, είναι φανερό. Εκείνοι όμως, αδέκαστοι και αμίλητοι πίνουν μεταλλικό νερό και υπολογίζουν τη σωτηρία: Είκοσι φορές το δεκαπέντε, έντεκα κι επτά δεκαοχτώ. Όλα είν’ εντάξει, δεν έχω λάθος, μα ας τα ξαναδώ.

*



Κατάλαβε το Βήμα ότι η δεκαετία του '40 είναι μπροστά μας και ξέθαψε τον Τσελεμεντέ. Κατ’ αρχάς να πούμε πως η παρούσα έκδοση περιλαμβάνει όλα τα είδη των καναπέ. Καναπέ με σαρδέλα, καναπέ μοσκοβίτ, καναπέ αρλεκέν, καναπέ ναπολιτέν, καναπέ αμπάσαντερ, καναπέ μέριλαντ, καναπέ παριζιέν, καναπέ μόντε κάρλο, καναπέ ιβανόε, καναπέ μοντέρν, καναπέ ντιαμπλοτέν, καναπέ μπακαρά καθώς και δεκάδες άλλα είδη καναπέ. Όποιος ενδιαφέρεται, αποστέλλω τον καναπέ της αρεσκείας του στο πι και φι.
Σελ. 8 : «Ο στολισμός του τραπεζιού με άνθη είναι καθαρά προσωπικό ζήτημα της οικοδέσποινας. Μπορεί να τοποθετήσει γιρλάντες με μικροάνθη ή χαμηλά ανθοδοχεία με λουλούδια και να συμπληρώσει τον στολισμό με κηροπήγια και κεριά τα οποία απαραιτήτως πρέπει να ανάβουν κατά την ώρα του γεύματος. Καθρέφτες συνδυασμένοι με κρυφές λάμπες καλό είναι να αποφεύγονται και να χρησιμοποιηθεί ένα ωραίο κρύσταλλο ή ασημικό με φρούτα.» (κηροπήγια, κεριά, άνθη: ήταν ωραίος ο μακαρίτης)

*


Εν τω μεταξύ μίλαγα με τον φίλο μου Άρη ο οποίος δηλώνει ανέλπιστα ευτυχής. Εγώ την πέρασα νωρίς την κρίση, μου λέει, τώρα είμαι μια χαρά. Αγόρασε τέσσερα πακέτα ρύζι, φύτεψε μαρούλια στον κήπο και σκέφτεται να βάλει γκότζι μπέρι. Αν πιάσει το γκότζι μπέρι, θα σωθεί όλη η παρέα μας. Ήδη ανέβασε τα μαρούλια του στο fb και έχει δεκαέξι λάικ. Κι ένα το δικό μου, δεκαεπτά.

*





Εγκλωβίστηκα τελευταία σε ατέλειωτο σύρε κι έλα στην εφορία. Ευτυχώς το πρωί ακούς ακόμα τα πουλιά στα δέντρα, τα καροτσάκια της λαϊκής και όσα καθησυχαστικά θυμίζουν εποχές μακάριες, αιώνιες, πολύ πριν από την Καταιγίδα. Σ’ αυτές τις διαδρομές της εβδομάδας συναντούσα τις φυλές του πρωινού: πιτσιρίκια, μαμάδες κι αυτούς τους αόρατους ηλικιωμένους άντρες: καθαρούς και σιδερωμένους (η σύζυγος; η κόρη;) με τα λεπτά γκρίζα μπουφάν τους και εκείνο το γαλάζιο πουκαμισάκι, στην πρωινή τους αποστολή στον φούρνο- καμιά φορά, αν διασταυρωθείτε απότομα, ίσως να διακρίνεις μια υποψία άνοιας στο βλέμμα. [Η απόσυρση: ασταθή μικρά βήματα, τρεμάμενα χέρια (που κρατάνε το τυλιγμένο ψωμί)· είναι αστείο αλλά κατά βάση, πιστεύουμε πως για μας θα είναι διαφορετικά.] Αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, αυτοί οι γονείς, οι γονείς μας, έφτασε ο καιρός να καταλάβουν πως τελείωσε το πάρτι, για όλα έφταιξε το στραβό τους το κεφάλι και ότι αυτοί έχτισαν το φαύλο οικοδόμημα, το σάπιο κράτος, το τέρας του δημόσιου τομέα. Ναι, αυτοί, συνένοχοι και συνεργοί, σαρξ εκ της σαρκός του στρεβλού συστήματος, μεγαλομέτοχοι της κουλτούρας της μεταπολίτευσης: προλαβαίνουν να μετανοήσουν πριν μεταλάβουν με ένα από τα χρυσά κουτάλια με τα οποία τρώγανε τόσα χρόνια.

*


Προσωπική δήλωση του Andrej Hunko, μέλος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής του κόμματος DIE LINKE στις 29/09/2011 ενώπιον της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Βουλής:


"Ιδιαίτερη ντροπή αισθάνθηκα διαβάζοντας την επιστολή του Έλληνα Προέδρου της Βουλής, η οποία κοινοποιήθηκε σε όλους μας προχθές. Ζητεί την αναγνώριση και την εκτίμησή μας για τις περικοπές στον κοινωνικό τομέα, τις οποίες και απαριθμεί λεπτομερώς: περικοπές συντάξεων, περικοπές στον δημόσιο τομέα κ.ο.κ. Γνωρίζετε τον κατάλογο. Δεν μπορώ να εκφράσω εκτίμηση απέναντι σε μια τέτοια πολιτική.

Ούτε να ανταποκριθώ μπορώ σε αυτήν την πολιτική. Το αντίθετο: η υλοποίηση αυτού του προγράμματος δεν εκφράζει ούτε το άτομό μου, ούτε την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος της Αριστεράς - Die Linke. Αντίθετα αναγνωρίζω και εκτιμώ τη αντίσταση που προβάλλει ο ελληνικός λαός ενάντια στην κοινωνική βαρβαρότητα που εκδηλώνεται στην χώρα του και ενάντια στην οικονομική ανοησία."

από τον talos.


*


Μην απελπίζεσαι μωρέ, θα τα καταφέρουμε, όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος. Εδώ συνήθισα να ζω χωρίς εσένα. Of course I do. ( Except when …)

*


Υ.Γ. Μα τι είναι επιτέλους αυτοί οι καθρέφτες οι συνδυασμένοι με κρυφές λάμπες;

10.9.11

vida bela

Religious music for the body



MusicPlaylist
Music Playlist at MixPod.com

25.8.11

σώμα μου, εύφλεκτο

Μακριά, πολύ πίσω στο χρόνο, συντελέστηκε το φετινό καλοκαίρι: λίγες ημέρες του Ιουλίου ξεθώριασαν γρήγορα. Ακολουθεί ποστοκοπία μελανκόλικα / φωτοκοπία μπρούταλ*. Τέικ γιορ τάιμ, δυστυχώς δεν πάμε πουθενά· όλα τα βαπόρια είναι δεμένα.

*




(φωτ.jarrive)



Την παραμονή της μέρας που δεν θα έφευγα ποτέ, τουλάχιστον δεν χρειάζεται να φτιάξω τις βαλίτσες.

(Φερνάντο Πεσσόα, μτφρ. Αντ. Χρυσοστομίδης)



*


Μπαλκόνι, δυόμιση, ξημερώματα, Τρίτη..[...] Παράτησα το βιβλίο που διάβαζα, το βαρέθηκα πριν καν αποφασίσω να ψάξω σελιδοδείκτη..[...] Οι τέντες είναι ανεβασμένες, ένα αεράκι κουνάει ο,τι απέμεινε πάνω στο κεφάλι μου, σε λίγο γίνεται πιο δυνατό, κοροϊδεύομαι ότι το μπαλκόνι σήκωσε άγκυρα και ξεκίνησε...[...] Αν -μια στο δισεκατομμύριο- είναι καράβι, το υπόλοιπο πλήρωμα κοιμάται. Πρέπει να μείνω ξύπνιος λοιπόν και να το βγάλω στα ανοιχτά μόνος μου, αφού πρώτα ειδοποιήσω αυτόν με το αναμμένο φως στην απέναντι πλευρά του δρόμου να περιμένει λίγο, αν ξεκινήσουν ταυτόχρονα δυο τρίτοι όροφοι μπορεί να έχουμε δράματα, αν σαλπάρει και ο δεύτερος διαγώνια -βλέπω την κάφτρα του ύπαρχου να κουνιέται εκεί χαμηλά- τότε κανείς δεν θα διηγείται την ανιαρή ιστορία του Τιτανικού σε λίγα χρόνια...[...] Σαράντα, πενήντα, εξήντα μπαλκόνια, άλλα με μηχανές, άλλα με πανιά, ακινητοποιημένα καταμεσής δυο δρόμων. Σα να μας τέλειωσαν ξαφνικά τα καύσιμα ή να έκλεισε κάποιος τον διακόπτη του αέρα και της ανάσας μας.[...] Ελπίζω αύριο, μεθαύριο, να αποφασίσω να βουτήξω. Λάντζα δεν έρχεται, λιμάνι δεν πιάνουμε, ανεμόσκαλα δεν έχουμε, αν δεν έρθει το καλοκαίρι προς τα δω λέω να πάω εγώ να το βρω πριν χαθεί οριστικά το στίγμα του από το ραντάρ...

(Επιλογή από την άπνοια, 3 Αυγούστου, kkmoiris)




(φωτ.schwarz-weiss)


Από τα ταξίδια του Αυγούστου στις βεράντες. Διακρίνονται οι καναπέδες πρώτης θέσης.


*



“Αγαπημένη μου,
Νομίζω ότι η μέγιστη διάμετρος του νησιού αυτού δεν θα ξεπερνά τα πενήντα χιλιόμετρα. Υπάρχει ένας παράκτιος δρόμος που το αγκαλιάζει ολόκληρο, ένας δρόμος στενός, που άλλοτε ανεβαίνει απόκρημνος στην άκρη της θάλασσας κι άλλοτε ανηφορίζει απαλά σε άγονες ακτές που καταλήγουν σε μικρές μοναχικές παραλίες με βότσαλα πλαισιωμένα από θάμνους καμένους από την αλμύρα· πότε-πότε, σε κάποια απ’ αυτές σταματώ.”

(Είναι αργά, όλο και πιο αργά, Antonio Tabucchi)




(φωτ. xilaren)


Βαριέμαι λίγο να διαβάσω τον Ταμπούκι, μου αρκεί αυτή η εισαγωγή, το απίθανο εξώφυλλο και η ιδέα: ανεπίδοτα γράμματα στις αγαπημένες. Θυμάμαι τώρα κάτι ωραία σκούρα βότσαλα, τα κύματα χρυσά κόντρα στον ήλιο του απογεύματος και ο ήχος από τα φουσκωμένα νερά που υποχωρούν....να είναι οι Χοχλάκοι στη Νίσυρο; Δεν είμαι σίγουρος. Πάντως με τον καιρό αλλάζει μέσα μου η αντίληψη για την ομορφιά, δεν αντέχω την υπογράμμιση, τη σούπερ γραφικότητα. (Νίσυρος, Σίκινος, Λειψοί, τόποι απλοί κι απροσποίητοι.)




*



Δεν μου έλειψαν και πολλά αλλά μου ήρθε απρόσκλητη αυτή η εικόνα, κάτι από όσα έχω ζήσει- λίγο από ό,τι κατασκεύασε η μνήμη με τη μέθοδο του κολλάζ: η παλιά Ανάφη, στη μοναδική ταβέρνα στο λιμάνι, μισοδιαλυμένες καρέκλες κάτω από το φεγγάρι αλλά σαν να φωτίζεται μόνο η μεθυσμένη παρέα, πιο πέρα ψυχή, γάτες ίσως και η θάλασσα- σκοτάδι. Και τα τραγούδια, πάντα τα τραγούδια, ζωντανά, με δυο όργανα, μια κιθάρα κι έναν τζουρά. Διεγερμένα βλέμματα, κρυμμένοι πόθοι, όλη η ζωή σου στον αέρα, σαν να περνάμε το τελευταίο βράδυ στον πλανήτη.


Το έχω ξανανεβάσει, αλλά είναι πυκνό, κορυφαίο:
"Ακόμα κι αν δεν έχεις, το τραγούδι σου χαρίζει αμέσως την βαθύτητα ενός παρελθόντος. Τι σημασία έχει αν δεν είσαι βασάνης; Τραγουδάς και γίνεσαι. Εδώ βρίσκεται ένα από τα μεγάλα μυστικά των τραγουδιών, αυτών που- λαϊκά, δημοτικά, νησιώτικα, αδιάφορο- προξένεψαν ανεπαίσθητα την καρδιά μας με την βαθύτητα μιας αμετάδοτης ιθαγένειας. Όπως στους έρωτες μόνο οι άτυχες στιγμές αντέχουν στον χρόνο, στο τραγούδι- τέχνη του έρωτα και του χρόνου- εκδηλώνεται μια σπαραξικάρδια ανάγκη των συμποτών να θυμηθούν ή να επινοήσουν δυστυχίες. Έτσι δένονται τα αόρατα νήματα πάνω από τα κεφάλια των μεθυσμένων και διανεύουν σκιές χαμένων γύρω τους."

(Κωστής Παπαγιώργης, στο «Γεια σου Ασημάκη» )




Αλλά δεν χρειάζεται να φτάσεις στην Ανάφη και τον Βαγγέλη Παπάζογλου. Τα λέει η κοπέλα το δύο χιλιάδες έντεκα: Αυτό το καλοκαίρι έχει κάτι μαγικό / σου λέω σ' αγαπώ, χωρίς να το σκεφτώ. Δηλαδή έχω αρπάξει, πώς το λένε: Φωτιά στη λογική. Να το κάνω σαφές: Τα έχω αφήσει όλα πίσω. Που πάει να πει: ας χάσουμε τον έλεγχο / σώμα μου εύφλεκτο.
Ρε παιδάκι μου: Τελειώνει ο χρόνος, φίλησέ με!.

Ά ρε Τάμτα, παρεξηγημένη.

*



Και η Τουρκαλίτσα και η Τάμτα κι αυτός ακόμα, από τα ξεχασμένα '90s, τα ίδια λένε: αυτή η νύχτα μένει.


(save tonight / and fight the break of dawn/ come tomorrow / tomorrow i'll be gone.)


xilaren via murplejane,


Ναι, πες μας κι εσύ κάτι που δεν ξέραμε. Λερώνουν ό,τι βρουν μπροστά τους, τα παλιόπαιδα.


***


Αποφώνησις: Σε περίπτωση που θέλατε να χασομερήσετε στη σελίδα και δεν βρίσκατε τον λόγο, αντιγράφω τις πρώτες σελίδες από ένα ονειρικό βιβλιαράκι του Δ. Κούρτοβικ που δόθηκε με την Ελευθεροτυπία το 2007, ώστε να παραξενευτείτε ευχάριστα και να πάτε στην ευχή του θεού. Οι φωτογραφίες του μέγα silez. Ή του ukuk, χωρίσανε αυτοί τελευταία.


«Η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι αληθινή. Συνέβη σ’ εμένα τον ίδιο, πρόπερσι το καλοκαίρι. Αλλιώς παραδέχομαι ότι δεν θα την πίστευα. Θα έλεγα ότι, αν δεν είναι εντελώς πλαστή, γεννήθηκε στο μυαλό κάποιου που η μνήμη του, με την υπόγεια λογική του ονείρου, σύνδεσε δύο εντελώς άσχετα μεταξύ τους πράγματα, κάτι που έζησε αυτός ο άνθρωπος με κάτι που διάβασε ή άκουσε σε κάποια άλλη χρονική στιγμή και υπό διαφορετικές συνθήκες. Εδώ όμως αποκλείεται να έγινε κάτι τέτοιο. Θυμάμαι πολύ καλά την κατάπληξη και την ανησυχία μου καθώς ζούσα εκείνο το περιστατικό.


Ήμουν με μια παλιά φίλη μου στο νησί Α. Είχαμε περάσει μια βδομάδα σ’ ένα πολύ απόμερο παραθαλάσσιο χωριό και αποφασίσαμε να μετακινηθούμε για τις δύο τελευταίες μέρες στο λιμάνι, γιατί είχαμε βαρεθεί κάπως την ερημιά. Την παραμονή της αναχώρησής μας είπαμε ν’ ανεβούμε στη Χώρα. Όχι όμως από τον κεντρικό δρόμο, με το αυτοκίνητο, αλλά με τα πόδια, από ένα μονοπάτι που μας υπέδειξε ο ξενοδόχος μας.
Ήταν λίγο μετά το μεσημέρι. Έκανε ζέστη, αλλά το μονοπάτι, εκτός από βατό, ήταν και σχετικά σκιερό, έτσι η ανάβαση δεν μας δυσκόλευε. Η φίλη μου προπορευόταν. Φορούσε ένα μακρύ φουστάνι με γαιώδεις αποχρώσεις σε πολύ όμορφους συνδυασμούς και βάδιζε με μεγάλη χάρη. Σκέφτηκα πως την αγαπούσα πολύ και πως ίσως δεν της το είχα δείξει αρκετά τις ημέρες που είχαν προηγηθεί. Το παλιό πάθος μας είχε ξαναφουντώσει απότομα και άγρια στο χωριό και στα διαλείμματα της έξαψης αποτραβιόμουν στον εαυτό μου σαστισμένος και κάπως μετανιωμένος, γιατί ήξερα πως ήταν μια πολύ άβολη σχέση. Τώρα όμως, καθώς την έβλεπα να ανηφορίζει αέρινα, αισθανόμουν ασυγκράτητα ερωτευμένος μαζί της και λυπόμουν που έπρεπε να χωρίσουμε την άλλη μέρα.
Στο τέρμα της ανηφόρας το μονοπάτι διασταυρωνόταν μ’ ένα φαρδύ χωματόδρομο κι έπειτα συνεχιζόταν ολόισια μέσα από ένα μεγάλο χωράφι με βερικοκιές. Πίσω από το χωράφι, τα πρώτα σπίτια της χώρας σκαρφάλωναν στην πλαγιά του απόκρημνου λόφου.



Δεν μείναμε πολύ στη χώρα, ήπιαμε μόνο έναν καφέ κι έπειτα κατηφορίσαμε από την άλλη πλευρά, για να κάνουμε μπάνιο σ’ έναν όμορφο ορμίσκο. Την ώρα που λιαζόμασταν μετά το κολύμπι, έγινε κάτι που με στενοχώρησε. Η φίλη μου μού είπε ξαφνικά: «Αυτές οι δυο μαύρες ελιές που έχεις κάτω από τη μασχάλη δεν μου αρέσουν. Πρέπει να πας σε γιατρό».
Τις είχα εδώ και δεκαπέντε χρόνια, απαράλλαχτες. Της το είπα κι εκείνη δεν επέμεινε. Αλλά με παραξένεψε που τις πρόσεχε μόλις τώρα για πρώτη φορά. Γνώριζε το σώμα μου από παλιά και η τελευταία εβδομάδα θα έπρεπε να την είχε βοηθήσει να θυμηθεί όσες λεπτομέρειες είχε ξεχάσει.
Στον γυρισμό δεν ανταλλάξαμε σχεδόν κουβέντα. Όταν φτάσαμε στη Χώρα, ήταν πια αργά το απόγευμα. Περιπλανηθήκαμε στα δρομάκια με τους βασιλικούς και τις βουκαμβίλιες, και η φίλη μου τραβούσε συνεχώς φωτογραφίες. Κάποια στιγμή, εκεί που στεκόμασταν σ’ ένα ξάγναντο και κοιτάζαμε τη θέα προς τα νότια, γύρισε, με αγκάλιασε μ’ ενθουσιασμό και με φίλησε. «Πέρασα μαζί σου μια υπέροχη βδομάδα» είπε.[…] »

Δημοσθένης Κούρτοβικ, Το άλλο μονοπάτι



-----
*Πολλή μασονία πέφτει σ' αυτούς τους τουμπλεράδες. Επικοινωνούν μεταξύ τους με εικόνες, λένε κάτι συνθηματικές κουβέντες, εξελίσσονται σε τεχνίτες της απόκρυψης. Αντιγράφω τις φωτό τους ανερυθρίαστα, ανερώτητα, αβασάνιστα.

7.8.11

no, no, no



Η Έιμι Γουάινχάουζ ήταν εικοσιεπτά χρόνων. Ακούγεται μάλλον παράδοξο (εκτός από συγκινητικό) γιατί στα βίντεο της πρόσφατης ελεύθερης πτώσης αλλά και της πρώτης της δόξας, η ερμηνεία, το ύφος, το πρόσωπο δεν φαίνεται να συμφωνούν – έτσι κι αλλιώς, πάνω στη σκηνή, η ηλικία του καλλιτέχνη ισούται με το ειδικό του βάρος· από την άποψη αυτή, η αναιμική, οστεώδης Έιμι, ήταν υπέρβαρη. Ήδη από τα είκοσί της χρόνια κοιτάζει το φακό (μας κοιτάζει) μ’ αυτό το ανεξήγητα διεισδυτικό βλέμμα, ένα μείγμα δύναμης, νεανικής αλλαζονείας και βάθους, κάτι περήφανο και οριστικά ανυποχώρητο στο ύφος, σαν να έχουν απαντηθεί από νωρίς τα αινίγματα της ζωής, να έχει ολοκληρωθεί η ανάγνωση.

Η μουσική είναι η φυσική της γλώσσα, είναι φανερό, η ίδια πάλλεται και τραγουδά τις μπλουζ φράσεις της σαν σύντομους χρησμούς– προφανώς ό,τι λείπει σε πείρα ζωής υποκαθίσταται από το ταλέντο. Και το μουσικό ταλέντο στην περίπτωσή της δεν αφορούσε μόνο τις δυνατότητες της σπουδαίας φωνής αλλά την από μέσα φόρτιση, την παλιά εκείνη τέχνη της ειλικρίνειας κατά την οποία αναλαμβάνεις το ρίσκο κάθε τι που τραγουδάς να αφήνει το ψυχικό του αποτύπωμα, μια μόνιμη χάραξη, σημάδι ή τραύμα. Κι από σημάδια η Έιμι Γουάινχάουζ, μέσα και έξω, άλλο τίποτα. Γι’ αυτή τη διαρκή τροφοδοσία της τέχνης της από την (ακραία) ζωή της και το αντίστροφο, για την άρνηση και το πείσμα του no, no, no στο rehab, την προφητική κυριολεξία του back to black θα τη θυμόμαστε· για την ορμή της και το πάθος και την ασέβεια απέναντι στους κανόνες της αγοράς αλλά, κυρίως, απέναντι στο δικό της μέγα δώρο της φωνής: ένα καθαρό τζαζ μέταλο, αρκετά σπάνιο σήμερα, ελαφρώς σκοτεινό και κατά περίπωση ραγισμένο. Τι κρίμα.

Οι εμφατικές κατά κόρον συγκρίσεις με τους συνομήλικους καταραμένους Τζόπλιν, Χέντριξ, Μόρισον, Κομπέιν είναι μάλλον άστοχες και εκτός θέματος αλλά ενδέχεται να ένιωσε κι εκείνη πως στη σύγχρονη μυθοποιητική σκηνή το βασικό έργο τέχνης παραμένει ο ίδιος σου ο εαυτός, εξ ου και κατακλύστηκε νωρίς από το πάθος μιας ελευθερίας βουλιμικής, μιας ανεξέλεγκτης κατάποσης των πάντων (ουσίες, άνθρωποι, τραγούδια) και δεν σταμάτησε παρά αφού κατάπιε και τον δικό της εαυτό. Διχάζεται εκ των υστέρων ο κόσμος του ίντερνετ από το φόβο των λάθος προτύπων ή μιας έξτρα ηρωοποίησης και φτάνει σε σχόλια χυδαία («καλά να πάθει το πρεζάκι»). Υπάρχει πάντα και ο κρυμμένος θυμός για μια στάση αγνωμοσύνης απέναντι σε ό,τι αποτελεί ζητούμενο και μύχιο πόθο εκατομμυρίων ανθρώπων- ταλέντο, δημοφιλία, χρήμα- ίσως και η ασυνείδητη προβολή μιας προσωπικής αγωνίας γι’ αυτό που κατακτιέται καθημερινά με τόσο κόπο, την επισφάλεια, δηλαδή, της λεγόμενης ισορροπίας του τρόμου. Ίσως γιατί τα άκρα δεν είναι καθόλου άγνωστα ή ξένα στην ανθρώπινη συνθήκη και πίσω από κάθε συντεταγμένη ζωή ακούγονται κάθε τόσο οι τριγμοί της επιμελημένης κατασκευής της.

(Καθημερινή, 7-8-2011)

8.6.11

σπινθήρας

Στον αιώνιο Δημήτρη,
[όλες οι φωτογραφίες δικές του]
[όλα τα λάικ για πάρτη του]




***



Ε λοιπόν όχι, αυτό το βίντεο δεν παρωδείται. Κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη να μένει πίσω από το πρωτότυπο- μιλάμε για έργο τόσο αυτόνομο, τόσο ολοκληρωμένο εικαστικά και νοηματικά ώστε να ενσωματώνει και την καλύτερη δυνατή παρωδία του, έργο πνοής, ένα σύγχρονο αντικείμενο τέχνης, μια μαγική εικόνα, μια διαχρονική πρόταση για κάθε επερχόμενη μπιενάλε. Υποκλινόμαστε στον σοσιαλιστικό υπερρεαλισμό του εγχειρήματος- σχεδόν καταλήγει να γίνεται συμπαθητικό μέσα στο μεγαλείο της μοναξιάς του, έτσι καθώς ταξιδεύει μόνο του κι απροστάτευτο στο διαδίκτυο. Διότι τόσες συμβολικές ντομάτες λίγα βιντεοάρτ σαν αυτό θα έχουν δεχτεί.



Ώστε το τσίρκο με τις καντίνες, οι νεοχίπηδες των λάικ, τα χαϊδεμένα παιδιά των μιμι-έ, τα μικρομέγαλα της βουλής των εφήβων, οι απολίτικοι αμεσοδημοκράτες, οι άσχετοι, τα μωρά, κατάφεραν στο τέλος να μαζέψουν το ετερόκλητο πλήθος κατά χιλιάδες, να μετακινήσουν μερικούς τόνους δυσπιστίας και κυριακάτικης μελαγχολίας κρυμμένης πίσω από πίτσες και ποδόσφαιρα, αλλά κι αυτής ακόμα της ενδιάθετης γκρίνιας που γιγαντώνεται μέσα μας με τα χρόνια θέτοντας διαρκώς περισσότερα γιατί; πώς; υπό ποίους όρους; Ποτέ, τίποτα δεν θα είναι αρκετό για ένα μυαλό ασκημένο να τρέφεται με σκέψεις, σκέψεις...(που λεγε κάποτε και μια ψυχή), μυαλό ασκημένο να μένει πεινασμένο και αδηφάγο ως προϋπόθεση και συστατικό της καλής λειτουργίας του, μυαλό πάντα σε φόρμα ώστε να συσπειρώνεται αμυντικά (και αποτελεσματικά) απέναντι στον ενθουσιασμό των ιδεών, στον ενθουσιασμό των σωμάτων, απέναντι (εντέλει) σε κάθε ενθουσιασμό. Πρώτον απ’ όλους εμένα έχω κατά νου, το ξεκαθαρίζω.




Αναρωτιόμουν τι είδους οξύμωρη απελπισία είναι αυτή που καθρεφτίζεται στα πρόσωπα μάλλον σαν ένταση και γιορτή (σαν την εξωστρεφή συνθηματολογία των ημερών, για παράδειγμα) παρά σαν κατάθλιψη και απόγνωση· αργότερα το ίδιο βράδυ θυμήθηκα ένα κορίτσι στο βαγόνι του μετρό που απευθυνόταν ανοιχτά και απροσποίητα προς όλους, κατεβείτε στο Πανεπιστήμιο και όχι στο Σύνταγμα, μιλούσε ταυτόχρονα στο κινητό και σ’ εμάς σαν φυσική προέκταση της παρέας της, ένας μικρός πυρετός συμμετοχής που την έσπρωχνε να ανοίγεται στο ετερόκλητο πλήθος αδιακρίτως (μαμάδες με παιδιά και σύζυγοι με σακούλες του σουπερμάρκετ), ένα έκτακτο γεγονός που παρήγαγε ένα μικρό πρώτο νόημα, έστω έναν σπινθήρα νοήματος, αρκετό πάντως για να λειτουργήσει σαν συγκολλητική ουσία των προσώπων, να τροφοδοτήσει διστακτικά την μισοξεχασμένη ιδέα μιας κοινωνίας σε αλληλεγγύη. Με δεδομένη την ασφυξία του χειμώνα, την ανακύκλωση της καταστροφολογίας και του πανικού, αυτή η έξοδος των ανθρώπων μοιάζει λυτρωτική. Τα μάγια λύθηκαν, ο κόσμος κυκλοφορεί, κι αυτή η θέρμη των σωμάτων είναι ικανή υπό προϋποθέσεις να αλλάξει την τυπική σκηνοθεσία της πόλης, να εκτρέψει τη δεδομένη ροή. Το λέμε μάλλον από συνήθεια αλλά είναι γεγονός: δεν κινδυνεύουμε να πλήξουμε στο άμεσο μέλλον, δεν κινδυνεύουμε να ναυαγήσουμε ξανά στους καναπέδες της ανίας προσπαθώντας να εφεύρουμε τον γοητευτικό εαυτό μας. «Φεύγεις για λίγο από το Σύνταγμα, πας κάπου αλλού για φαγητό, για ποτό και νιώθεις ότι υποκρίνεσαι. Οτι όλα είναι ίδια». Για τα υπόλοιπα, τα μεγάλα και τα σπουδαία είναι νωρίς ακόμα. Ίσως και πολύ αργά, ποιος ξέρει- ας μείνουμε σε ό,τι βλέπουν τα μάτια μας και ακούνε τα αυτιά μας.




Λυρισμός και ψευτοποιητική σκηνογραφία, θα μου πεις. Εντάξει, μπορεί. Αλλά και ο κυνισμός σ’ αυτή τη φάση, αν δεν κρύβει βαθιά απελπισία ως είθισται, ακούγεται φάλτσος, παράταιρος. Είναι κάπως θολή η ανάμνηση, πρέπει να ήταν ακόμα Νοέμβρης ή Δεκέμβρης γιατί είχε κρύο στο αυτοκίνητο, άκουγα εν λευκώ : «Του την είχε πέσει η συνδικαλαρία. Ξέρετε, όλοι αυτοί του ΠΑΜΕ του ΦΥΓΑΜΕ, ούτε και ξέρω πώς τους λένε […] Ο άνθρωπος είχε ένα φως στο πρόσωπο». Ο φωτεινός άνθρωπος για τον οποίο το σχόλιο (προφανώς σε αντίστιξη με τη σκοτεινή συνδικαλαρία), ήταν ο ο υπουργός μας των οικονομικών, ο Γιώργος μας ο Παπακωνσταντίνου. Ήταν η τελευταία φορά που άκουγα τον Τζούμα στο ραδιόφωνο γιατί αποφάσισα ότι τόση σνομπ γοητεία δεν αντέχεται πλέον και ότι αυτή η αφρώδης, σαμπανιζέ αποστασιοποίηση που επιμένει με λα-λα-λα-λα και μπρδιμ-μπρδομ έρχεται από μια παλιά, τελειωμένη εποχή. Ευτυχώς, κατά βάση.



***


Αλλά η κριτική σε τρίτους είναι πάντα εύκολη και ανέξοδη. Εσύ; τι κάνεις εσύ;

***


Απόσπασμα επίκαιρης αλληλογραφίας.

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011.


[...]
Χτες που λες, ήταν ωραία στο Σύνταγμα, αλλά μια υφέρπουσα κόντρα με τον Δημήτρη εξελίχτηκε σε πολύωρη αντιπαράθεση κατά την οποία το αλκοόλ δεν ήταν ο καλύτερος μας σύμμαχος. Καταλήξαμε στο toy όπου το θέμα ήταν - τι πρωτότυπο!- οι συγκεντρώσεις, η αριστερά, οι τριανταδύο... αγνοήσαμε την υπόλοιπη παρέα και καταλήξαμε να ουρλιάζουμε- πραγματικά εξουθενώθηκα συναισθηματικά, ψυχικά, σωματικά, γύρισα ένα κουρέλι, έφαγα λίγο κοτόπουλο, είχα ταχυκαρδία, κοιμήθηκα στον καναπέ σε μια παράλογη στάση με ένα πόδι να κρέμεται και το κεφάλι να κοιτάζει λοξώς και άνωθεν (σαν να ζητούσα σωτηρία από ψηλά) ξύπνησα πιασμένος, πήγα για ύπνο με το πρωινό φως, ένιωθα και νιώθω το αλκοόλ μέσα μου, θυμάμαι ότι του φώναζα στον δρόμο "ποτέ ξανά σοβαρή κουβέντα οι δυο μας, δεν θέλω να ξαναμιλήσουμε ποτέ και για κανέναν λόγο"...Γενικά τα τελευταία χρόνια περνάμε δύσκολα όταν υπάρχει διαφωνία, εγώ νιώθω να γίνομαι σπαστικά συστηματικός και ορθολογικός ενώ εκείνος ανεξέλεγκτα συνειρμικός και άναρχος. Όσο παίζουμε καμιά μουσική μαζί ή κάνουμε τους σκηνοθέτες ή καταπιανόμαστε με διάφορα καλλιτεχνικά, είμαστε ερωτευμένοι. Μετά, μας παίρνει και μας σηκώνει.

*



Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011, λίγη ώρα μετά.


[...]
Γιατί ρε γμτ όσοι από μας έχουμε αποδώσει στους στενούς μας φίλους μια θέση οικογένειας στη ζωή μας, αντιδρούμε τόσο έντονα, τόσο προσωπικά σε τέτοιες διαφωνίες; Γιατί μας σμπαραλιάζει η έλλειψη απόλυτης επικοινωνίας με τους αγαπημένους μας; γιατί μας απογοητεύει μια λάθος θέση ή ακόμα και ο τρόπος που συζητά κάποιος, τον οποίο ούτως ή άλλως αγαπάμε, που ξέρουμε πως μπορεί να δει το λάθος αργότερα, που αντιλαμβανόμαστε πως ενδέχεται να το κάνει και λιγάκι επίτηδες... Δεν ξέρω, πιστεύω πως κάτι υπάρχει σε αυτή την έξαρση και την εξουθένωση, σε αυτό το αίσθημα πως θες να πνίξεις τον άλλο ή να βάλεις τα κλάματα (ή και τα δύο), που προσομοιάζει στην απόγνωση των διαφωνιών με τον πατέρα (σε μένα τουλάχιστον). Που φέρνει στην επιφάνεια αυτή την πρώτη σύγκρουση, αυτή την απελπισία ότι δεν εισακούγεσαι και κυρίως (αν και έμμεσα) την απόρριψη όλου σου του προσώπου, που συμβολίζονται σ' αυτή την πρώτη άρνηση επικοινωνίας.

***





Για τις πλατείες, τον Σαββόπουλο, τους τριανταδύο, τους δέκα, την άνω και κάτω χώρα, το πλήθος στο κέντρο. Εσύ όμως; πού είσαι εσύ;

17.5.11

τον Μάη τον πιο όμορφο καιρό για δυο

με χάι και χο και χάι και τριαλαρό




Μένει στο ισόγειο ενός ερειπωμένου διώροφου με χορταριασμένο κήπο. Όταν ο καιρός είναι καλός όπως τώρα, κάθεται κάτω από την ομπρέλα της Χάινεκεν σε ένα μικρό τσιμεντένιο ξέφωτο. Γύρω του υπάρχουν τενεκέδες με λουλούδια και μια σημαία του Πανιωνίου σε κοντάρι. Βάζει τα πόδια στο τραπέζι- πάντα με τον φραπέ και το τσιγάρο στο χέρι, ξεφυλλίζει τις αθλητικές. Από τις μπαλκονόπορτες ακούγεται δυνατά η μουσική- κυρίως προγκρέσιβ του εβδομήντα. Η μάνα του, μια ηλικιωμένη γυναίκα με ξέπλεκα μαλλιά, βγαίνει κάθε τόσο στο παράθυρο και διαπληκτίζεται με τους οδηγούς που θέλουν να παρκάρουν μπροστά στο σπίτι. Εκείνος πετάγεται κάθε φορά και της φωνάζει: «τράβα μέσα γαμώ την Παναγία μου. Τράβα μέσα.»

*


Και στα γρασίδια τα πυκνά
ξάπλωσε ο νιος κι η κοπελιά



Βρίσκεις ελάχιστα πράγματα σ’ αυτό το αρχαίο μπακάλικο- ψηλοτάβανος χώρος, άχαρος· ακόμα και η τηλεόραση είναι τοποθετημένη τόσο ψηλά που δεν την παρακολουθεί κανείς. Στο ταμείο κάθεται πότε ο πατέρας και πότε η μάνα αλλά κυρίως ο γιος. Είναι πάντα βαρύς και συνοφρυωμένος, καπνίζει ασταμάτητα. Τελευταία τον βλέπω να στέκεται έξω από τις καφετέριες της λεωφόρου: κοιτάζει τα ζευγάρια να φιλιούνται, από πολύ κοντά, χωρίς να τον νοιάζει αν ενοχλούνται. Ύστερα διασχίζει τον δρόμο, προχωρά μερικά μέτρα, γυρίζει ξανά προς τα πίσω. Τον πέτυχα αργά μια νύχτα Σαββάτου να βαδίζει σκυφτός στις γραμμές. Καθώς πλησίαζε το τραμ με το καμπανάκι του σε έξαρση φαντάστηκα ξαφνικά τον Σωτήρη Δημητρίου να τον παρατηρεί, καθορίζοντας τις λεπτομέρειες του φινάλε. Έκτοτε δεν μπορώ να απαλλαγώ από την ιδέα ότι πρόκειται για πρόσωπο επινοημένο, λογοτεχνικό, κι ούτε κατάφερα ως τώρα να γράψω κάτι σχετικό που να μη μοιάζει ψεύτικο ή κατασκευασμένο.


**


η αγάπη αξίζει στον ανθό


Η φωνή της έρχεται μέσα από τα φυτά ενός μπαλκονιού πρώτου ορόφου, φωνή τρεμάμενη και ένρινη, καλέ μου κύριε συγνώμη για την ενόχληση- μπορείτε να μου πείτε τι ώρα είναι; Κοιτάζω προς τα πάνω και της απαντάω, κάπως καχύποπτα. Ευχαριστώ πολύ καλέ μου κύριε. Η ίδια σκηνή σε μερικές ημέρες: Καλέ κύριε αν έχετε την καλοσύνη μου λέτε την ώρα; Τώρα βλέπω μόνο ένα γαλάζιο νυχτικό να κινείται μυστηριωδώς πίσω απ’ τις γλάστρες. Και πάλι: ο Θεός να σας έχει καλά, είστε πολύ καλός κύριος. Κάποτε στέκομαι και την παρακολουθώ από το απέναντι πεζοδρόμιο- κρυμμένος κι εγώ πίσω από δέντρα. Ποτίζει τα λουλούδια της και ελέγχει τον δρόμο κινούμενη με ταχύτητα από το ένα άκρο του μπαλκονιού στο άλλο. Στις γυναίκες δεν δίνει σημασία, αν όμως περάσει άντρας, ιδίως νεαρός, μισοκρύβεται και ξεκινά: θα με συγχωρήσετε νεαρέ κύριε να ρωτήσω τι ώρα είναι...

***



28.6.10

summerstockpost




Μιλάμε για υπερθέαμα-συμμετοχή στο προ διετίας φεστιβάλ του Φούρνου με θέμα την «επαναδιαπραγμάτευση του όρου της ευτυχίας»- ό,τι ξέρεις, ξέρω. Φορτώθηκα τότε στον κολλητό που υπήρξε αιτία και αφορμή (Manonero) αλλά και στον πολυσχιδή πολυπράγμονα πολυφίλο (Silezukuk) ο οποίος, μάλιστα, επιχειρεί τελευταία να χαρτογραφήσει τη διπλή έλικα του ίντερνετ (με αυτοχρηματοδότηση). Χάρη στην προθυμία τους και την αγάπη τους μνημειώθηκε η φτωχή μας ιδέα, με άριστα (συναισθηματικά) αποτελέσματα.
Την επιείκειά σας, σύντροφοι. Τεχνολογικώς ίσως να μιλάμε για τα στοιχειώδη. Είναι όμως όλα στο χέρι, σταυροβελονιά, στο φως της γκαζόλαμπας. Όπως μας πληροφόρησαν τότε από τη διεύθυνση και οι δεκατέσσερις θεατές που βρέθηκαν στην προβολή, χειροκρότησαν θερμά. Τους ευχαριστούμε έναν-έναν και τους φιλάμε σταυρωτά. Καλό καλοκαίρι.

[αφήστε το λίγο να φορτώσει γιατί παραδόξως είναι βαρύ.]

16.5.10

πάλι και ξενιτέψεις με, στα ξένα μην πεθάνω

Βηματίζω στον περίβολο της Σωτηρίας περιμένοντας τις εξετάσεις της μάνας μου και ακούω τα πουλιά να τρελαίνονται στο ανοιξιάτικο φως. Είμαι χαρούμενος γιατί επιτέλους φεύγουμε από δω. Με πλησιάζει κάποιος από το πλάι κρατώντας ένα χαρτί-είναι μετανάστης, όχι πάνω από τριάντα χρονών. Τι γράφει εντό, μου κάνει και μου δίνει τη διάγνωση. Καθώς κατεβαίνω προς τα συμπεράσματα διαβάζω ότι πρόκειται για προχωρημένη μορφή καρκίνου στον πνεύμονα και τους λεμφαδένες- οι διατυπώσεις δεν είναι προσεκτικές ή καλυμμένες. Τον κοιτάζω με απελπισία και του λέω δεν γράφει κάτι καλό- εκείνος ξαναρωτάει: τι γράφει; Προσπαθώ να βρω συνώνυμα ή κάτι ανάλογο μα είναι αδύνατο: στον πνεύμονα, δεν είναι κάτι καλό. Εκείνος επιμένει: τι γράφει, τι γράφει; Θέλω να ξεφύγω, να βάλω τις φωνές ή τα κλάματα, δεν μπορώ να το ξεστομίσω: δεν γράφει κάτι καλό, δεν είναι κάτι καλό, όχι καλό, επαναλαμβάνω συνεχώς. Κάποια στιγμή το επαναλαμβάνει και ο ίδιος, αφηρημένα: όχι καλό· ύστερα απομακρύνεται σκυφτός, μ' αυτό το άσπρο χαρτί στο χέρι. Νιώθω τόσο ταραγμένος, τόσο πανικόβλητος που ασυναίσθητα κάνω το σταυρό μου λέγοντας θεέ μου θεέ μου θεέ μου.

29.4.10

Γκαγκά ού λαλάα.

Αναβοσβήνουν καρδούλες στο μηχάνημα, παλμοί, λεπτά, δευτερόλεπτα, επίπεδα δυσκολίας. 144, 5,8, 3, ακατανόητα νούμερα- μετά από δύο μήνες ξέρω μόνο να πατάω το start. Λίγο πιο πάνω άλλη οθόνη, άλλα νούμερα, βουβά, απειλητικά: πάνω από χίλιες μονάδες τα spread, βουτιά στα χρηματιστήρια. Με έχει στοιχειώσει πια το ρεφρέν της- η lady Gaga πότισε και τους τοίχους σ’ αυτό το γυμναστήριο. Αναρωτιέμαι τι κάνω εδώ, τι κάνουμε όλοι γύρω μου, πώς είναι δυνατό να συνεχίζεται αυτή η κανονικότητα.

*


Πανελλήνιες, σχολή, ύστερα στρατός, επαγγέλματα διάφορα. Κουτσά-στραβά, κάποιες από τις βασικές αγωνίες της ζωής έχουν μείνει πίσω μου. Σκέφτομαι τι ακριβώς σημαίνει να είσαι νέος σήμερα, να έχεις μόλις τελειώσει το λύκειο ή ένα διδακτορικό (που σε ξετίναξε) και να ξυπνάς σε μια χώρα που της τελειώνει το οξυγόνο. Να έχεις επενδύσει πρόσφατα κάποια λεφτά στο μαγαζί σου, να ετοιμάζεις το γάμο σου ή να μπαίνεις στο νοσοκομείο για εξετάσεις- προσωπικές ιστορίες που εκτυλίσσονται παράλληλα μ’ αυτά τα εξουθενωτικά νούμερα, σε συνθήκες ελεγχόμενου ή και ανεξέλεγκτου πανικού. Σε ποια (χάι ντεφινίσιον, φορ σουρ) οθόνη να προβάλεις τώρα ένα μίνιμουμ προγραμματισμού ζωής. Τι να σκεφθείς, για να μην καταρρεύσεις.

(Να σηκώναμε τουλάχιστον τα μισά / Έπρεπε να έχουμε αγοράσει κάτι / Τα έβγαλαν έξω όσοι ήξεραν / Ρήμαξαν τη χώρα / Όλοι τη ρημάξαμε / Μας άξιζε / Δεν μας άξιζε / Να ζήσουμε τη φτώχια με αξιοπρέπεια/ Να γίνουμε άνθρωποι ξανά- ένα διαρκές εκκρεμές διαθέσεων και στάσεων απέναντι στο κακό.)



Κούκου! Η νέα φτώχεια.


Το πρόβλημα με τη φαντασίωση, έστω, μιας ζωής απαλλαγμένης από τα παράπλευρα δεινά που σώρευε η ευμάρεια είναι ότι δεν γίνεται να ενταχθεί σε ένα σκηνικό με άρωμα φίφτις ή σίξτις αθωότητας. Το χειρότερο είναι να ζήσεις τη νέα φτώχεια ταπεινωμένος, σε διαρκή αγωνία και επιπλέον να συνεχίσεις να βλέπεις τον λαρτζ Καρατζαφέρη (ρυθμιστής πια αυτός) και τον ήδη ξεπερασμένο Σαμαρά, τον νομάρχη και τη Μανωλίδου, τη Σάσα και τη Τζούλια, έναν ατέλειωτο χορό προσώπων βγαλμένων από τον εφιάλτη μιας σύγχρονης κιτς αμεριμνησίας (στην καλύτερη) να αλωνίζει ανενόχλητος. Προσωπικά δεν είδα καμιά κολώνα του συστήματος να πέφτει (ή έστω να σείεται).

*


Οι άλλοι, ενώ είχε ξεκινήσει η θύελλα, άρχισαν να συζητάνε ότι σκόπευαν, λέει, ότι είχαν στο μυαλό τους, ότι μπορεί και να ελέγξουν την ακίνητη περιουσία, τις καταθέσεις, να πιάσουν σκάφη και πισίνες…Και ενώ οι τράπεζες άδειαζαν καθημερινά, την ώρα που (πανάκριβα) ακίνητα στο Λονδίνο και αλλού περνούσαν εσπευσμένα σε πλούσια ελληνικά χέρια, εκείνοι ακόμα δήλωναν τη… βούλησή τους. Επί μήνες προανήγγειλαν, επί μήνες σχεδίαζαν. Πρέπει να είσαι φανατικός για να μη βλέπεις τον επικίνδυνο ερασιτεχνισμό, την ανεπάρκεια των χειρισμών σε συνθήκες τόσο ακραίες και περιστάσεις τόσο κρίσιμες. Κι ύστερα ο Γιώργος να κατεβαίνει το ποτάμι με τον πορτοκαλί του σκούφο, ο Γιώργος μπροστά από τα ήσυχα χαρτογραφημένα νερά της Ιθάκης του Καστελλόριζου. Με τα πιστόλια γεμάτα ή απασφαλισμένα- δεν θυμάμαι πια.

*


«... Τα επιτόκια αυτά, σύμφωνα με τους αναλυτές, δείχνουν ότι η Ελλάδα οδηγείται ή μάλλον σέρνεται δεμένη πισθάγκωνα στην αναδιάθρωση του χρέους της (η «κομψή» έκφραση για την χρεοκοπία).»
[σημερινή η είδηση στο in.gr-ας αφήσουμε την αμφιλεγόμενη και πολυδιαψευσμένη αναδιάρθωση και ας κρατήσουμε το "σέρνεται δεμένη πισθάγκωνα" ως κατάληξη μιας καλοσχεδιασμένης πολιτικής. Υπάρχει κανείς που έχει αντίρρηση για τη διατύπωση; Είσαι σε θέση σήμερα να διαπραγματευτείς οτιδήποτε; Μόνο ό,τι έχει προσυμφωνηθεί σαν δήθεν υποχώρησή τους, για τη δική μας, εγχώρια κατανάλωση.]

*


Έλεγχος βιβλιαρίων / Ώρες κοινού: 8:30-13:00 και από κάτω σημειωμένο με μαρκαδόρο: ΝΑ ΑΠΟΛΥΘΕΙΤΕ ΓΑΙΔΟΥΡΙΑ.

*


Μου άρεσε η εικόνα της κοινωνίας μας σε αλληλεγγύη. Συνειρμικά όμως θυμήθηκα ένα πρόσφατο περιστατικό:
Πώς μου ήρθε τις προάλλες να μαστορέψω, να αντικαταστήσω δηλαδή κάτι μεταλλικά πόδια ενός καναπέ, με ξύλινα. Βρήκα ένα δοκαράκι 8x8 εκ. και ζήτησα να μου το κόψουν στο κατάστημα αλλά η μηχανή τους αδυνατούσε. Μου εξήγησαν πού έπρεπε να πάω [ευτυχώς το συγκράτησα γιατί συνήθως χάνομαι στον ρυθμό των λέξεων, στις εκφράσεις και τη θεατρικότητα των οδηγιών. Μου εντυπώθηκαν όμως οι λέξεις παραλία, φανάρι, χωράφι με βάρκα, υπόγειο, κυρ- Θόδωρος.]
Ήταν κάτι τεράστιες εγκαταστάσεις εκεί, πολύς θόρυβος, πριονίδι σε λόφους κι ένα λυκόσκυλο (με έμφαση στο πρώτο συνθετικό του). Περιπλανήθηκα στους θηριώδεις χώρους και κάποτε εντόπισα τον κυρ Θόδωρο. «Τι πρόβλημα έχει αυτό;» είπε δείχνοντας το ξύλο.
Του πήρε λιγότερο από ένα λεπτό η διαδικασία- τέσσερις τομές, στην πριονοκορδέλα… κι ενώ αναρωτιόμουν αν πρέπει να τον ρωτήσω τι χρωστάω ή να του αφήσω τίποτα ψιλά, με πρόλαβε ο ίδιος: «Κανονικά η δουλειά κοστίζει είκοσι ευρώ – άσε μου δεκαπέντε.»
Δεδομένου ότι ολόκληρο το ξύλο κόστιζε μόλις 7 ευρώ, άκουσα τα λόγια του σαν πυροβολισμό. Με κατέλαβε οργή και απελπισία ταυτόχρονα. Και επειδή είμαι τύπος που συγχέει τη θεωρία με την πράξη, πρόλαβα να προβάλω πάνω σ’ αυτόν τον εξηνταπεντάρη όλη την κακοδαιμονία μας των τελευταίων ετών, όλη την ναυαγισμένη γιανναρική ρητορική που με γέμισε κάποτε ευγενείς ιδέες σχετικά με τη σπάνια ιδιοπροσωπεία ενός έθνους το οποίο ταξιδεύει ανάδελφο στους αιώνες. (χρειάστηκε τόσες σελίδες να περιγράψει εξαντλητικά τις διαφορές μας από την κακή ratio αλλά δεν κατάφερε να διερευνήσει το εύλογο, πώς και γιατί αφού ήμασταν τέτοιοι σούπερ τύποι παραδοθήκαμε έτσι αμαχητί στο δυτικό μοντέλο.)
Ξαφνικά ήθελα να αρπάξω αυτόν τον ανεκδιήγητο κυρ Θόδωρο, να τον τραντάξω φωνάζοντας γιατί, γιατί ρε άνθρωπε το κάνεις αυτό; Τελικά ψέλισα κάτι ακατάληπτα, έβγαλα ένα δεκάρικο που είχα και το έδωσα. [Φεύγοντας μου πέταξε το κερασάκι: και να ξέρεις, δεν θα σε εξυπηρετήσω άμα ξανάρθεις.]

Μεγαλώσαμε με την αίσθηση ότι οι άνθρωποι του μόχθου είναι πρόσωπα ιερά, εμείς, μια γενιά που δεν κουράστηκε το ίδιο για να τα καταφέρει στη ζωή. Παρά τις διαρκείς διαψεύσεις ήταν και παραμένει μέσα μας (ευτυχώς, νομίζω) μεγάλο ταμπού η αμφισβήτησή τους. Γιατί αν το κουκούτσι του τόπου αυτού, η σάρκα και το πνεύμα του, οι κυρ-Γιάννηδες και οι κυρα-Μαρίες του, πιστέψουμε πως παραδόθηκαν πρώτοι στην (άλλη) χρεοκοπία, μιλάμε για πραγματική ήττα της χώρας πολύ πριν από αυτή την τελευταία.

*


Με δυο λόγια δεν είμαι βέβαιος τι είδους κοινωνία συγκροτούμε, τι δεσμούς διατηρούμε ακόμα μέσα σ' αυτή την τεράστια νέα ασυναρτησία. Όσο για το εθνικό μας φαντασιακό, έχει δεχτεί πια τόσες διευρύνσεις για να απορροφήσει τις κατά καιρούς εκδοχές μας- εραστές, αδούλωτοι, ραγιάδες, επαναστάτες, πανέξυπνοι, εγωϊστές, φιλότιμοι, φιλόξενοι, αλληλέγγυοι, δημοκράτες, προδότες, αλληλοσπαραγμένοι, ικανοί για Παρθενώνες, για νέες Ολυμπιάδες, τριτοκοσμικοί, καταφερτζήδες, κλέφτες, λαμόγια. Τώρα πλέον και παντελώς άχρηστοι, αποτυχημένοι, νεόπτωχοι.

*


[Όμως, θενκ γκαντ, να και μια χαρμόσυνη είδηση: ο Πατριάρχης ευλόγησε τον Αλκαίο και το opa του. Όλα καλά θα πάνε, μωρέ. Ισπανοί, Γάλλοι, Πορτογάλοι, αυτοί να δούμε τώρα.]


Stylish new fighters facing the crisis. Blessed.

3.4.10

Παραμύθι στην εποχή του μετά.

Δεν προλαβαίνω το εορτολόγιο. Μια και φτάσαμε στην Ανάσταση με τα προηγούμενα φωτάκια αναμμένα (κοροϊδεύουν και οι σχολιαστές) ας βάλω κάτι να αλλάξει η βιτρίνα. Δυστυχώς η μόνη παραγωγή του τριμήνου ήταν ένα ψευτοπαραμύθι υπό τύπον ευχετήριας κάρτας για η φίλη μου τη Δέσποινα. Καλό, κακό, είναι πάντως το μόνο. Μιλάμε για πάθος της έκφρασης, όχι αστεία. Με θαυμάζω. Ρε υπήρξα εγώ στη ζωή μου μπλόγκερ;




Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό ένα κορίτσι πολύ έξυπνο και εκτυφλωτικά όμορφο. Βεβαίως και ιδιαίτερα καλοσυνάτο- ούτε λόγος. Όταν έγινε πέντε ετών οι γονείς του φρόντισαν να αφαιρέσουν όλους τους καθρέφτες από το σπίτι ώστε να μην τυφλωθεί από την ίδια του την ομορφιά. Επειδή πολλές επιφάνειες αλλά κυρίως τα σκεύη της κουζίνας, ακόμα και τα κουταλοπίρουνα, αντανακλούσαν τη λάμψη της, τα αντικατέστησαν με ξύλινα. Είχε κατάξανθα μαλλιά και πρασινογάλαζα μάτια – αλλά ποιος τόλμησε να κοιτάξει την ομορφιά καταπρόσωπο ώστε να πει με βεβαιότητα; Τέλος πάντων το πρόβλημα λύθηκε οριστικά όταν κάλυψαν κάθε ανακλαστική επιφάνεια με κάτι καρώ κουβερτάκια του Ικέα.

Το κορίτσι που πότε-πότε το αποκαλούσαν Τάμα τάκια σουαδελ φούλαβρε μεγάλωνε στο θαμπό σπίτι και μέρα με την ημέρα δυστυχώς ασχήμαινε διότι τι άλλο σου μέλει να κάνεις όταν ξεκινάς από την κορυφή. Η ομορφιά της δεν ήταν το μοναδικό πρόβλημα αφού το κορίτσι που για αλλαγή πότε-πότε το αποκαλούσαν Το ουράνιο τόξο είχε σκαλώσει στα μαλλιά σου άρχισε να υποφέρει πολύ νωρίς από μια υπερδραστηριότητα του εγκεφάλου που δεν την άφηνε να κοιμηθεί τα βράδια. Ο γιατρός που την εξέτασε είπε ότι υποφέρει απλώς από οξύτατη ευφυΐα. Είναι ασυνήθιστα έξυπνη τους το ανέλυσε κι εκείνοι απάντησαν ευχαριστούμε πολύ γιατρέ ενώ στην πραγματικότητα σκέφτονταν αν αυτός είναι γιατρός εγώ είμαι ο Πάπας Πίος ο έβδομος.

Στη διάρκεια της αϋπνίας της το κορίτσι που συχνά το αποκαλούσαν Κοιμήσου Περσεφόνη στην αγκαλιά της γης (αφού πλέον τους είχε σπάσει τα νεύρα), μη έχοντας τι άλλο να κάνει τις νύχτες άρχισε να μελετά τη βιβλιοθήκη του μπαμπά και της μαμάς η οποία ξεκίναγε από το σαλόνι και κατέληγε στην αποθήκη με τα ποδήλατα.
Μέχρι να τελειώσει την Τρίτη δημοτικού πρακτικά είχε καλύψει την ύλη ενός μέσου αμερικάνικου πανεπιστημίου όπως για παράδειγμα το Αριζόνα Στέιτ Γιουνιβέρσιτυ Ντιπάρτμεντ οφ Ικονόμικς. Αλλά και τομείς όπως η Προσωκρατική σκέψη, η Ψυχανάλυση μετά τον Λακάν, η Φροντίδα και ο καλλωπισμός των κατοικιδίων, με λίγα λόγια ό,τι υπήρχε σ’ αυτή τη βιβλιοθήκη αποτελούσε μέρος της ευρύτατης αντίληψής της για τον κόσμο. Το κορίτσι που συχνά το αποκαλούσαν Δειλινά αξέχαστα μεσ’ στα στενά δρομάκια εκτός από το να ασχημαίνει διαρκώς άρχισε και να γερνάει με ταχύτητα καθώς ό,τι ζητά να κατακτήσει κανείς στη διάρκεια μιας ζωής εκείνη το είχε ολοκληρώσει μέχρι τα δέκα της χρόνια, οπότε και τα κύτταρά της έπαθαν τη λεγόμενη αναστροφή φάσης. Το ζήτημα είναι πως επιτέλους ένας αληθινός καθρέφτης μπήκε για πρώτη φορά στο μπάνιο τους. Ο κίνδυνος είχε περάσει οριστικά όταν η μικρή που καμιά φορά την αποκαλούσαν Αρθούρε Ρεμπώ το βράδυ θαμπό, άρχισε να σπάει τα σπυράκια της μονολογώντας όχι αγόρι δεν θα με θέλει εμένα αλλά ούτε ο δράκος της Βουλιαγμένης.

Οταν τελικά αποφάσισε να κάνει κάτι για την αϋπνία της ήταν περίπου 16 χρονών αλλά η πνευματική της ηλικία πρέπει να ξεπερνούσε τα 350. Πήρε φλαμούρι σε ταμπλέτες, άλλαξε τον προσανατολισμό του κρεβατιού της, έκανε πρωινό τάιμπό και βραδινό μποτέ, πήγε για σπα, σκι, σκάκι, βούτηξε στον Κιμ Κι Ντουκ που ήταν τότε της μόδας αλλά τίποτα. Κάποτε έπεσε πάνω σε ένα δημοσίευμα της Καθημερινής σχετικά με έναν σοφό άνθρωπο που είχε λύση για όλα. Η επίσκεψη κόστιζε μόνο 120 ευρώ, με απόδειξη.
Ξεκίνησε να τον συναντήσει. Πήρε τραμ, μετρό, λεωφορείο και κατέβηκε στον Κηφισό. Εκεί αγόρασε ένα μπουκαλάκι νερό, το Περισκόπιο της επιστήμης (με αφιέρωμα στο ταξίδι του Χούμπολντ) καθώς και κάτι κριτσίνια για τη διαδρομή. Από το παράθυρο κοίταζε πότε το δρόμο και πότε τη λυπημένη αντανάκλασή της στον καθρέφτη.

Το τοπίο έξω από τη Λάρισα έμοιαζε μ’ αυτό της λατινικής Αμερικής. Βρήκε εύκολα τη συκιά δίπλα στο κοτέτσι που έψαχνε, ενώ σοφές επιγραφές κρέμονταν πάνω στο γέρικο δέντρο που σημείωναν ανορθόγραφα «όλα είναι δρόμος» και «σημασία έχει το ταξίδι» καθώς και άλλα μικρότερης αξίας όπως το «μη ρημάζετε τα σύκα». Γύρω-τριγύρω διάφορες σοφές πέτρες πεταμένες. Ένα σοφό σκυλάκι την κοίταξε αλλά δεν γάβγισε.
Όταν χτύπησε επιτέλους την πόρτα της παράγκας άκουσε παράξενους ήχους από το εσωτερικό. Της άνοιξε ένας σοφός κύριος με φανελάκι και κάτι φθαρμένες παντόφλες-σκίουρους ο οποίος και της είπε επί λέξει γεια σας θα με συγχωρήσετε μισό λεπτό γιατί βλέπω κάτι στην τηλεόραση; δεν θα αργήσω-βολευτείτε.
Πρόσεξε πως η εκπομπή που παιζόταν εκείνη τη στιγμή ήταν το «υγεία για όλους» με τον Μιχάλη Κεφαλογιάννη. Θέμα της, οι διαταραχές του ύπνου. Τι σύμπτωση, σκέφτηκε το κορίτσι που πότε-πότε το αποκαλούσαν Εκεί που μου πες σ’ αγαπώ εκεί άλλαξες γνώμη. Αλλά, και τι παράξενο, σκέφτηκε, να βλέπει ένας σοφός άνθρωπος τηλεόραση.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ειπώθηκε σ’ εκείνη τη συνάντηση. Το σίγουρο είναι πως κόπηκε απόδειξη η οποία υπάρχει ακόμα και σήμερα- για όποιον άπιστο δεν το πιστεύει. Το κορίτσι που πότε-πότε το λέγανε Βιβή, ξάπλωσε το ίδιο βράδυ στο κρεβάτι της και προσεκτικά σταύρωσε τα χέρια στο στήθος λέγοντας πω-πω κάτι νύστες που έχω μία, πω-πω κάτι νύστες που έχω δύο και πω-πω κάτι νύστες που έχω τρία. Ύστερα έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε. Κοιμότανε; δεν κοιμότανε; Ποιος ξέρει. Δυστυχώς αυτή η τελευταία λεπτομέρεια δεν μας επιτρέπει να κλείσουμε άφοβα με ένα «κοιμήθηκε αυτή καλά κι εμείς καλύτερα». Τέτοιες καταλήξεις είναι δίκοπο μαχαίρι στα παραμύθια την εποχή του μετά. Πάντως, απ’ ό,τι λέγεται, πρέπει για όσο ζήσανε, να ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. Πράγμα που βεβαίως δεν είναι καθόλου σίγουρο- τι να λέμε τώρα. Τα ξέρετε.



Χρόνια πολλά μπράδερς και σίστερς. Peace.

6.1.10

λέξεις, φωτάκια, δύο χιλιάδες δέκα.

« Πάρτε για παράδειγμα την καλή λογοτεχνία: βρίσκετε κατ’ επανάληψη τη σχέση μητέρας-κόρης, όχι όμως κυριολεκτικά αιμομειξία, όχι «σεξουαλική» αιμομειξία· αυτό δεν θα μπορούσε να μπει στην αφήγηση

Jean Cournut, «Γιατί οι άνδρες φοβούνται τις γυναίκες»*, Πατάκης 2008.



Ευτυχώς που τα όμορφα δόγματα όμορφα καίγονται. Και μάλιστα δις, για φέτος.




Ο τρόπος που είναι δομημένο το Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα, σου επιτρέπει να δεις πώς σκέφτηκε, τι λύσεις έδωσε και πώς οργάνωσε το ετερόκλητο υλικό της η Άντζελα Δημητρακάκη. Τη ζήλεψα. Προσωπικά δεν με απασχόλησε τόσο η μυθιστορηματική αλήθεια του βιβλίου, με την έννοια της πειστικότητας ή μη της μυθοπλασίας, όσο οι ίδιες οι σκέψεις και οι προβληματισμοί που απελευθερώνει αυτή η σύνθετη διανοητική κατασκευή– άλλωστε η συγγραφέας έρχεται από έναν χώρο με πλεονάζον το ακαδημαϊκό στοιχείο– κατασκευή από την οποία δεν λείπουν οι χυμοί και η σάρκα, καταφέρνοντας έτσι να σε κινητοποιήσει πολλαπλά. Είναι σημαντικό να νιώθεις ότι αυτό που διαβάζεις αφορά τη ζωή σου, σε αφορά προσωπικά. Πράγμα το οποίο καμιά κριτική παρουσίαση δεν μπορεί να εξασφαλίσει, ιδίως με τον ανεξίθρησκο τρόπο που γράφονται σήμερα οι κριτικές, με αποτέλεσμα να μεγαλώνει η συλλογή αδιάβαστων βιβλίων που διατηρούμε μυστικά, στις όμορφες βιβλιοθήκες μας.

Μένοντας κανείς στις λογοτεχνικές κατακτήσεις ή τις πιθανές αστοχίες του βιβλίου (είναι μάλλον πιο εκτεταμένο από όσο χρειαζόταν), ενδέχεται να αδικεί ή να προσπερνά τις παράπλευρες ωφέλειες της τολμηρής προσπάθειας. Δεν συναντάς συχνά (για την ακρίβεια, ποτέ πριν*) σοβαρή ελληνική λογοτεχνία που να θέτει το ζήτημα της λεσβιακής ταυτότητας τόσο κεντρικά, ούτε σαν κοινωνία έχουμε ολοκληρώσει τη σχετική συζήτηση ώστε να μην τίθεται θέμα. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει και μου κάνει εντύπωση η κάπως χλιαρή υποδοχή του βιβλίου σε σχέση με την κοινωνική σημασία του εγχειρήματος. Οπωσδήποτε η ανάγνωσή του σε πλουτίζει (ιδιαίτερα κάτι ανυποψίαστα αγοράκια σαν εμάς) και συμβάλλει με τον τρόπο του στην ανανέωση της θεματολογίας και στην αφύπνιση της προοδευτικής και προοδευμένης κοινωνίας μας, η οποία τελευταία λατρεύει να σχολιάζει τη λεγόμενη οικονομική κρίση ώστε να μην χρειαστεί να αντιμετωπίσει πραγματικά καμία άλλη, να μην ξυπνήσει ποτέ από τον λήθαργο.

Παρόλο το ερεθιστικό θέμα και τη συστηματική καταγραφή της καθημερινότητας μέσα από ημερολογιακές σημειώσεις, επιστολές και μέιλ, υπάρχει ένας αργός βηματισμός στην ανάπτυξη, μια χαμηλή γλωσσική θερμοκρασία που επιβάλλει το συνειρμικό μουρμουρητό της ηρωΐδας, το οποίο εντείνει κάπως και ένα αίσθημα εγκεφαλικότητας, σαν όλα να συμβαίνουν μέσα σε ένα κεφάλι (και όντως συμβαίνουν στο κεφάλι της Α.Δημ.)· ίσως και εξαιτίας των περιορισμένων ερωτικών σκηνών– σε σχετικό σάιτ διάβασα παράπονα για το γεγονός ότι σε 350 σελίδες βρίσκεις μόνο τρεις-πέντε σελίδες σεξ, ενδέχεται το βιβλίο να μην μπορεί να βρει τον δρόμο του προς ένα κοινό πρόθυμο να σκαναδαλιστεί λιγάκι. Όμως η Δημητρακάκη καταφέρνει κάτι περισσότερο απ’ αυτό (πάει κατ’ευθείαν στο μέγα σκάνδαλο), αναζητώντας σταθερά τις πηγές του συναισθήματος, σκάβοντας σε βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού τής ηρωίδας της, έτσι ώστε όταν στήνεται η ακραία ερωτική σκηνή (καταγράφεται σαν ημερολογιακή ανάμνηση) οι ταυτότητες, οι δοσμένοι φυσικοί και κοινωνικοί ρόλοι να υποχωρούν υπέρ του συστατικού πυρήνα των προσώπων– μια ένωση των συναισθηματικών φορτίων τους περισσότερο, ένωση που διαλύει λυτρωτικά το ισχυρό ταμπού μέσα σε έναν ρευστό, ονειρικό σχεδόν, χρόνο. Δεν είναι εύκολα πράγματα αυτά, ούτε δεδομένα στη λογοτεχνία. Μπράβο της.





Με παρόμοιο τρόπο, μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, εκτυλίσσεται και η αντίστοιχη σκηνή στο διήγημα Τατουάζ από το πρόσφατο Τα ζύγια του προσώπου του Σωτήρη Δημητρίου, του συγγραφέα που έχω θαυμάσει περισσότερο από οποιονδήποτε τα τελευταία χρόνια· κυρίως για τη δημιουργική σχέση του με τη γλώσσα, για την αγάπη του στους νικημένους και τις ανεξάντλητες παρατηρήσεις του στα ανθρώπινα. Το προηγούμενό του Το λίγο το νερό ήταν ένα πείραμα που κατά τη γνώμη μου δεν πέτυχε, ένα υβρίδιο δοκίμιου και λογοτεχνίας (πάνω στην παράδοση των δικών του Οπορωφόρων της Αθήνας), το οποίο ενσωμάτωνε έναν εκτεταμένο, κάπως απλοϊκό και μανιχαϊστικό προβληματισμό περί του χωριανικού, όπως το έθετε ο ίδιος, τρόπου ζωής σε σχέση με αυτόν της πόλης. Πολύ ιδεολογικοποιημένο για λογοτεχνία, αρκετά επιδερμικό για δοκίμιο. Επιπλέον υπήρχε κι εκεί ένα γλωσσικό ύφος που ακουγόταν περίεργα τεχνητό, καθώς λόγια στοιχεία εισβάλλουν χωρίς προφανή αιτία στη ροή της αφήγησης, αποσπώντας την ανάγνωση από την ουσία της βασικής εικόνας.

Αυτό το μικρό ξεθώριασμα του θαύματος που δημιουργούσαν παλιότερα οι λέξεις του μαζί με μια αίσθηση προγραμματικής σχεδόν στόχευσης του νοσηρού, άρχισαν να με κουράζουν στην πεζογραφία του Δημητρίου. Στενοχωριέμαι γιατί υπήρξε είδωλο, εικόνα και προσωπικό τοτέμ αλλά περιμένω μια ανανέωση που θα αναθερμάνει τον έρωτά μου. (Ο άνθρωπος είναι τρομερός και ίσως τον κρίνω αυστηρά. Να με συγχωρεί, αν ποτέ πέσει πάνω σ' αυτό το σημείωμα.)




Τέλος, το βιβλιαράκι που διάβασα σε γιορτινές ώρες και με καθήλωσε ήταν η Αγανάκτηση του Φίλιπ Ροθ. Ωραίο πράγμα αυτό, είχε καιρό να μου συμβεί, ανάμεσα σε φίλους, κουβέντες, φωτάκια και κουραμπιέδες να έχεις στο μυαλό σου ένα βιβλίο. Μικρή έκταση, μεγάλη δύναμη. Μια απλή ιστορία ενηλικίωσης που σταδιακά εξελίσσσεται σε πολυεπίπεδο σχόλιο, βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Έκτοτε χαρίζω το βιβλίο όπου μπορώ. Γενικά, μόνο χαρά παίρνω τελευταία από τα βιβλία του Ροθ (ο Καθένας και Φεύγει το φάντασμα ), παρόλα τα αδιέξοδα και τα σκοτάδια και τα γηρατειά που κυριαρχούν στα θέματά του. Θα μου πεις, τι συναρπαστικότερο από την περί θανάτου κουβέντα- ιδίως όταν οι παρατηρήσεις είναι τόσο οξυδερκείς και καίριες. Ακόμα να του δώσουν το νόμπελ αυτοί– τι άλλο να γράψει πια;

Εδώ το θέμα του είναι διαφορετικό. Αντί να επεκταθώ, παραθέτω ένα απόσπασμα από το σημείωμα της μεταφράστριας, που κλείνει το βιβλίο:
« (…). Η Αγανάκτηση είναι ένα βιβλίο που σε εξαπατά με τη μικρή του έκταση. Είναι σαν τα έργα των μεγάλων ζωγράφων, οι οποίοι έμειναν στην ιστορία για τον πλούτο και τη λεπτομέρεια των ελαιογραφιών τους αλλά σε αφήνουν άφωνο και με την αμεσότητα και αποτελεσματικότητα ενός σκίτσου τους. Εμπεριέχει ένα πλήθος λεπτομερειών και στοχασμών, που σε άλλα βιβλία του Ροθ καταλάμβαναν διπλάσια, ίσως και τριπλάσια έκταση, εδώ όμως έχουν υποστεί τη διύλιση και την πύκνωση που μαρτυρούν την ηλικία του συγγραφέα. (…). Μέσα σε διακόσιες περίπου σελίδες ο Φίλιπ Ροθ αναβιώνει όλη την αγανάκτηση που εκφράσαμε ηχηρά ως έφηβοι και που ενδεχομένως βιώνουμε ακόμη, σιωπηρά.» Αθηνά Δημητριάδου, Αύγουστος 2009.

Όπως λέγαμε και στο χωριό μου, μπάι δατ θινγκ.

*


Και με την ευκαιρία να ευχηθώ καλή χρονιά σε όλους, με υγεία και χαρά. Και να ζητήσω συγνώμη από όσους μπαινοβγαίνουν μάταια στο όμορφο βιταμοντέρνο περιβάλλον μας.

------
1. Το βιβλίο του και προέδρου για ένα διάστημα της Ψυχαναλυτικής Εταιρίας του Παρισιού Jean Cournut, αδικείται από τον τίτλο.
2. Υπάρχει και Η ερωμένη της της Ντόρας Ρωζέτη, έκδοση του 1929, με αδιευκρίνιστη τη συγγραφική πατρότητα. (σόρυ, μητρότητα).
3. Πριν αγοράσετε και αρχίσετε να με βρίζετε, δείτε την κριτική για το βιβλίο της Δημητρακάκη: Τατσόπουλος, Κούρτοβικ, Κατσουλάρης, Δημητρούλια, Κοτζιά.

15.11.09

Η ευεργεσία του κόσμου.

Κανένας, δεν χαίρεται κανέναν.

(από παρανάγνωση-σχόλιο του qarcq )




Τα-λαι-πω-ρού-με-θα, συλλάβιζε κάποιος σήμερα στο τραμ και κάποιος άλλος συμπλήρωνε ορίστε, τα χάλια μας. Δεν μπορούσα να τους δω γιατί είχα σταθεροποιηθεί σε θέση που εξασφάλιζε μερική ισορροπία δυνάμεων στο υποσύνολο: στο στενό πλάνο μου και σε ακτίνα εκατοστών επεξεργαζόμουν ένα πολύ περιποιημένο γυναικείο χέρι (σε χειρολαβή), ένα εφηβικό αυτί με ακουστικό από το οποίο ακουγόταν ένα συριστικό κζι κζι κζι - θύμιζε μέταλ αλλά υποθέτω πως ήταν Βανδή, καθώς και μια ξανθιά αλογοουρά σε κινητικότητα να με χαιδεύει περιοδικά στον ώμο· κάθε φορά που ανέμιζε, έστελνε έντονα αρώματα τσιχλόφουσκας που με αγκάλιαζαν ευχάριστα- κανένα παράπονο. Μια κυρία πιο μπροστά προσπαθούσε να βολέψει το καροτσάκι της λαϊκής ενώ ο κύριος δίπλα δεχόταν τις αγκωνιές της κοιτάζοντας πότε εκείνη και πότε εμένα, ζητώντας συμπαράσταση-καταδίκη της αποσταθεροποιητικής της ενέργειας. Τελικά του ανταποκρίθηκα κάπως, παίρνοντας μια έκφραση που σήμαινε «τι να πει κανείς». Ασφυξία.




Καθημερινές επανδρωμένες αποστολές αναζήτησης του Εαυτού.


*


Για χρόνια πολλά, οι «μεγάλοι» όριζαν μέσα μου έναν αδιαφοροποίητο ανθρωποπολτό, επικίνδυνο και μισητό, γιατί με πίεζε, νόμιζα, να συνθηκολογήσω. Δεν θυμάμαι πότε ξεμπέρδεψα μ’ αυτή την ιδέα της καταδίωξης, για την ακρίβεια συνεχίζω να αποστρέφομαι τους αορίστως μεγάλους μια και δεν αποτελούν τόσο κατηγορία ηλικιακή όσο αέναο μηχανισμό περιστολής της επαναστατικής λίμπιντο. Και λίγα λέω. Ευτυχώς κάποια στιγμή λύνεται το ζήτημα της ταυτότητάς σου (στα τριάντα; στα πενήντα; στα εξήντα; καλά είναι) και μπορείς να κατοπτεύσεις τις ηλικίες και τα στυλ με περισσότερη συμπάθεια και, ίσως, αγάπη. Άργησα εντωμεταξύ να καταλάβω πως οι λεγόμενοι φυσιολογικοί άνθρωποι αισθάνονται εξίσου πλάσματα ανένταχτα. Πρόσφατα η μάνα μου, μου αποκάλυψε ότι ποτέ δεν συνήθισε πραγματικά την έκφραση «ο άντρας μου», μιλώντας για τον πατέρα μου. Περίεργο. Αν ακόμα και οι στυλοβάτες του οικοδομήματος αποδεικνύονται τρωτοί και ανθρώπινοι, προς τι η δια βίου προπαγάνδα υπέρ της μίας αγίας καθολικής ευθυγράμμισης; Ποιος βολεύεται τελικά; Είχε δίκιο η Σώτη και οποιοσδήποτε άλλος άνοιξε απλώς την πόρτα και βγήκε.

Αγχωμένες κινήσεις, κρυφές σκέψεις και επιθυμίες στριμωγμένες σε ένα (ηλεκτρισμένο) τετραγωνικό μέτρο. Ο Βαλερύ έλεγε πως οι άνθρωποι διαφέρουμε σ΄αυτό που δείχνουμε και μοιάζουμε σ’ αυτό που κρύβουμε. Σωστά. Παρά τις κατακτήσεις των σύγχρονων καιρών, ζούμε οχυρωμένοι πίσω από μια σκηνογραφία βλεμμάτων, χειρονομιών και εκφράσεων βικτωρινής εποχής. Με ένα σώμα μονίμως εκτός παιχνιδιού και μια γλώσσα άκαμπτη, άνυδρη, άσαρκη, απονευρωμένη, στερεοτυπική, αδυνατούμε να φτάσουμε στον άλλον, να διαπεράσουμε ένα κέλυφος φτιαγμένο από τα ίδια σκληρά υλικά. (Μετά το πολύωρο ραντεβού, συχνά ακολουθεί ένα διευκρινιστικό μήνυμα, ένα μέιλ, ένα τηλεφώνημα: μωρέ ήθελα να σου πω ότι…Ο τόνος αλλάζει, η απεύθυνση είναι άμεση, σαν τα πρόσωπα να αναλώθηκαν σε προσκηνοθετημένους ρόλους.) Μια σχεδόν υποχρεωτική μάζα λόγου φράζει διαρκώς την επικοινωνία, αναστέλλοντας την πραγματική συνάντηση. Από αυτή την άποψη διαβάζουμε ξανά και ξανά τον πρόλογο όλων των σχέσεων. Στο κυρίως έργο θα μπούμε εν ετέρα μορφή.

*



Εν τω μεταξύ το κορίτσι με την αλογοουρά στέλνει διαρκώς μηνύματα. Τη νιώθω απορροφημένη στον κόσμο της με έναν τρόπο διαφορετικό από των υπολοίπων, σαν να έχει κλείσει η πόρτα πίσω της. Και βέβαια, δεν είναι η μόνη- όλοι οι έφηβοι μοιάζουν βυθισμένοι ή μάλλον αποσυρμένοι στο κινητό τους. Δεδομένου ότι εκεί συγκεντρώνονται οι φωτογραφίες, οι μουσικές, οι φιλίες και οι έρωτές τους, ουσιαστικά έχουν μετατρέψει το γκατζετάκι σε εφηβικό δωμάτιο. Έτσι εξηγείται και η έκφραση αναχωρητισμού, ένα σοβαρό και κάπως μελαγχολικό ύφος σε πρόσωπα μόλις δεκατεσσάρων και δεκαπέντε χρόνων. Αντίθετα, στα χέρια τελειωμένων ενηλίκων το κινητό φαντάζει τυχαία συσκευή: αδιάφορη, ελαφρώς προβληματική και ανυπότακτη. (πώς κλείνει το ρημάδι;)




Ιδού νέο κριτήριο:παρατηρώντας τη σχέση κάποιου με το κινητό του καταλαβαίνεις την πραγματική του ηλικία. χα.

*



Για δυο-τρεις μήνες τώρα έρχομαι σε επαφή με ανθρώπους που δουλεύουν στο σπίτι. Μετανάστες από την Συρία και την Πολωνία οι περισσότεροι, εξαιρετικοί τεχνίτες- δεν ξέρω αν έχω πέσει εγώ στην περίπτωση. Παρατηρώ τη συμπεριφορά μου καθώς επιχειρώ να τους δείξω τη συμπάθειά μου, τον κουρδισμένο τόνο της φωνής όταν προτείνω δήθεν ανέμελα ελάτε παιδιά, πάρτε καμιά τυρόπιττα και μου έρχεται στο μυαλό η εικόνα γονιών που χορεύουν μανιασμένα στο πάρτυ του παιδιού τους σαν καρικατούρες νεότητας. Νιώθω εντελώς παράταιρος σε μια παρέα ξεριζωμένων απλών ανθρώπων του μόχθου, έτσι με το γραφειάκι μου και τα δισκάκια μου και τα βιβλιαράκια μου, ένας τακτοποιημένος μικρόκοσμος-οχυρό απέναντι στην κακία του κόσμου. Μου είναι σαφές με κάθε τρόπο: δεν ξέρουμε πώς να κόψουμε δρόμο προς τον άλλον.

(Όσο για τον ερριμένον εν τω κόσμω άνθρωπο του Σαρτρ και το εμβληματικό του η κόλαση είναι οι άλλοι, παρότι χρήσιμα και γόνιμα στον καιρό τους, μου φαίνονται λιγάκι παλιές υποθέσεις. Έως και αφόρητα παλιές.)

28.10.09

Αραχνοϊστοί μπλεγμένων σχέσεων.

Μάταια προσπαθώ να επινοήσω μια πλοκή. Με το βιβλίο στα χέρια, αδρανής και στάσιμος, με μια συγκίνηση δικής μου παραγωγής και εμφιάλωσης (μέχρι το βράδυ τελειώνω ένα μπουκάλι), νιώθω ανάξιος να επινοήσω οτιδήποτε· ακόμα κι αυτό το απλό σημείωμα. Η μόνη πραγματική επινόηση είναι ο εαυτός μου, μια γκριμάτσα στον καθρέφτη που συνοψίζεται ως εξής :-(
Κι όμως δεν πρόκειται για λύπη ή στενοχώρια- είναι οι γραμμές του προσώπου της γιαγιάς μου αυτές, δυο βαθιά αυλάκια που πρόσφατα ανακάλυψα ότι είναι δικά της. Οπότε, να μην προσθέτουμε έξτρα δραματικότητα σε πράγματα εκ φύσεως προσδιορισμένα. Παρακαλώ πολύ.

*


Πριν λίγο πέτυχα ένα απόσπασμα του Ίταλο Καλβίνο και επηρεάστηκα: «ένα βιβλίο είναι κάτι με αρχή και τέλος (ακόμα κι αν δεν πρόκειται για μυθιστόρημα με τη στενή έννοια), είναι ένας χώρος στον οποίο ο αναγνώστης πρέπει να μπει, να τριγυρίσει, ίσως και να χαθεί, αλλά από τον οποίο κάποια στιγμή πρέπει να βρει μια έξοδο, ίσως και πολλές εξόδους, τη δυνατότητα να ανοίξει μπροστά του ένα δρόμο για να ξεφύγει.»

Μ’ άρεσε αυτό, κόλλησα. Νομίζω ότι κατά την ανάγνωση ασυνείδητα τοποθετούσα στη θέση του «βιβλίου», τη λέξη πρόσωπο.

Τα πρόσωπα, σκέφτομαι, είναι οι κατεξοχήν χώροι. (κρίσιμη συμπλήρωση στο "το πρόσωπο και ο έρως"). Χαμένοι μέσα τους, χαμένοι στις πόλεις, lost the way. Εξαιρετική περιγραφή του χασίματος, το έχω δει ίσαμε δέκα φορές από το μεσημέρι με το ίδιο πάντα εφέ: καταβύθιση στον μαλακό πυθμένα.




(Μη βιάζεσαι αναγνώστη μου. Τίποτα σπουδαιότερο δεν έχουν να πουν οι λέξεις μας, τίποτα βαθύτερο, σημαντικότερο, ποιητικότερο από το λυρικό ταξίδι μεταξύ 3:43 και 4:07. Το τρένο κυλάει, σε 24 δεύτερα τα καταλάβαμε όλα, επιτέλους ας μας πάρει κάποιος τα πληκτρολόγια από τα χέρια -εμείς δεν φαίνεται να έχουμε σκοπό να σταματήσουμε.)

*



«Από το κύμα των αναμνήσεων που πάει και έρχεται η πόλη βρέχεται σαν σφουγγάρι και φουσκώνει. (…) Η πόλη όμως δεν φανερώνει το παρελθόν της, το περιλαμβάνει όπως τις γραμμές ενός χεριού, γραμμένο στις γωνίες των δρόμων, στις γρίλιες των παραθυριών, στις κουπαστές των κλιμακοστασίων, στις αντένες των αλεξικέραυνων, στα κοντάρια των λαβάρων, το κάθε κομμάτι χαραγμένο με τη σειρά του από γραντζουνίσματα, πριονίσματα, εγκοπές, βίαια χτυπήματα.»

Μιλάει (υπέροχα) για πόλεις, αόρατες πόλεις, επινοημένες πόλεις, αλλά συνεχίζω να καταλαβαίνω πρόσωπα. Πρόσωπα-τοπία, γεμάτα εγκοπές και χτυπήματα.



(Συνήθως θέλει 30 δευτ. να φορτώσει. Στατικό κάδρο, πλην μουσικό αριστούργημα.)

I would describe myself as the landscape I buried
My mother's face, as she carried me,
how her water raged and emptied.

Dry your eyes, those tears are all you're given.
It's no surprise now, your heaven's what you're living in.

*



Να όμως και τα πρόσωπα:
"Σε κάθε τους συναπάντημα φαντάζονται χίλια πράγματα ο ένας για τον άλλον, τις συναντήσεις που θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν μεταξύ τους, τις συζητήσεις, τις εκπλήξεις, τα χάδια, τις δαγκωματιές. Κανένας όμως δεν χαιρετά κανέναν, τα βλέμματα διασταυρώνονται για μια στιγμή, ύστερα δραπετεύουν, ψάχνουν άλλα βλέμματα, δεν σταματάνε πουθενά."





*



«Στην Ερσιλία, για να οριοθετήσουν τις σχέσεις που στηρίζουν τη ζωή της πόλης, οι κάτοικοι τραβάνε κλωστές ανάμεσα στις γωνίες των σπιτιών, άσπρες ή μαύρες ή γκρίζες ή ασπρόμαυρες, ανάλογα αν δηλώνουν σχέσεις συγγένειας, συναλλαγής, εξουσίας, εκπροσώπησης. Όταν οι κλωστές γίνουν πολλές και δεν μπορεί κανείς να περάσει ανάμεσά τους, οι κάτοικοι φεύγουν: τα σπίτια ξεμοντάρονται· μένουν μονάχα οι κλωστές και τα στηρίγματα των κλωστών.
Από τη ράχη ενός βουνού, κατασκηνωμένοι με όλα τα συμπράγκαλά τους, οι πρόσφυγες της Ερσιλίας κοιτάζουν το πλέγμα των τεντωμένων κλωστών και των πασσάλων που ορθώνεται στην πεδιάδα. Το πλέγμα αυτό είναι ακόμα η πόλη της Ερσιλίας, κι αυτοί ένα τίποτα.
Ξαναχτίζουν την Ερσιλία αλλού. Υφαίνουν με τις κλωστές μια παρόμοια μορφή που θα ήθελαν πιο σύνθετη και ταυτόχρονα πιο κανονική από την άλλη. Ύστερα την εγκαταλείπουν και μεταφέρουν ακόμα πιο μακριά τους εαυτούς τους και τα σπίτια τους.
Έτσι, σαν ταξιδέψεις στη χώρα της Ερσιλίας, θα συναντήσεις τα ερείπια των εγκαταλειμμένων πόλεων, χωρίς τα φθαρτά τους τείχη, χωρίς τα οστά των νεκρών που ο άνεμος τσουλάει μακριά: μόνο αραχνοϊστούς από μπλεγμένες σχέσεις που ψάχνουν να βρουν σχήμα.»





--------

Ο Wax Tailor ήταν μεγάλη αποκάλυψη για μένα. Εδώ η σελίδα του, μπαίνοντας ξεκινάει να παίζει όλο το τελευταίο άλμπουμ. Χιπ-χοπ, τριπ-χοπ, χου κέαρς.
Τα αποσπάσματα από το βιβλίο του Ι.Καλβίνο «οι αόρατες πόλεις», σε νέα μετάφραση Ανταίου Χρυσοστομίδη, εκδ. Καστανιώτη.

(Κάνω ένα μπουσούλημα ξανά στον πολυχώρο του μπλόγκινγκ, μια απόπειρα, μπας και. Το γράψιμο, λοιπόν, δεν είναι σαν το ποδήλατο: ξεμαθαίνεται. Και το ζήτημα παραμένει: «Να επινοήσεις γι’ αυτό μια πλοκή, μια διαδρομή, μια λύση.» Εδώ σε θέλω.)

11.9.09

Έτσι ξαφνικά,

πεθύμησα ένα ποστ. Όπως λέμε πεθύμησα το σπίτι στο χωριό. Ή, σε πεθύμησα.

(μα κατά βάθος...)

Μάλλον θα φταίει ο καιρός που χαλάει.

13.12.08

Η σύγκλιση

Πρέπει να βαδίζουμε προς ομαλοποίηση καθότι οι καναπέδες τιτίβισαν και πάλι από το πρωί: πώς θα γίνουμε όμορφες και λαμπερές τα Χριστούγεννα, πώς το τετράγωνο των αρνητικών όψεων επηρεάζει τους Kριούς και πώς λίγο μάνγκο θα προσθέσει κάτι από Ντόνα Κάραν στο άρωμα της φασολάδας. (Τα πρωινάδικα δεν έχουν τζαμαρίες;)


Ο παράδεισος της Τάξης


Γράφω αυτό το ποστ, κατά παραίνεση του φύλακα-άγγελου qarcq και όσων άλλων με σκεπάζουν με την κουβερτούλα των σχολίων τους και δεν μ’ αφήνουν να μαραθώ ήσυχα στη γωνιά μου, σαν μαϊντανός ξεχασμένος στο ψυγείο. (κατάφερα να κάνω μελό και τη μαναβική) Νιώθω τόσο καταρρακωμένος αυτές τις μέρες (πρέπει να είμαι ο μόνος) που το γράψιμο μου φαίνεται χειρότερο από σκάψιμο. Τι να γράψεις, τι άλλο να πεις. Αλλά να που το κάνω.

*



Όταν, παρά τις κάμερες-κινητά που κυκλοφορούν κατά χιλιάδες, τους ερασιτέχνες και επαγγελματίες φωτογράφους πίσω από κάθε κολώνα, παρά το βίντεο της αποχώρησης των δραστών και τους φυσικούς μάρτυρες του γεγονότος, συνεχίζουν να βγαίνουν πιστόλια στα επεισόδια, ο δε υπαίτιος ισχυρίζεται περίπου ότι πυροβόλησε για να σωθεί (και ότι το παιδί- απόκλιση ήταν Παναθηναϊκός), αναλογίζομαι τα μαύρα σκοτάδια προηγούμενων δεκαετιών, ανθρώπους που μπλέχτηκαν στον εφιάλτη της συγκάλυψης βλέποντας τους δικούς τους να εκτελούνται μία και δύο και δεκαπέντε φορές, χωρίς, μάλιστα, την αλληλεγγύη μιας κοινής γνώμης σκυμμένης πάνω τους όπως τώρα. Γρήγορα ξεχνάει ο άνθρωπος. Ένα μεστό κείμενο του Ρακάσα, που θυμάται.

Κατά τα άλλα να επιστρέψουν όλοι στις θέσεις τους. Να καταδικαστούν οι ακρότητες ώστε να ξαναμπεί στη ράγα το τραινάκι που μας έφερε ως εδώ. Κάθε κουβεντολόι ξεκινάει τελευταία με τον θρησκευτικό όρκο: -Αποτάσση τω Σατανά; -Αποτάσσομαι. -Καλώς, πάμε παρακάτω. (στο δεκάλεπτο όμως ο συντονιστής επανέρχεται: δεν σε βλέπω να καταδικάζεις απερίφραστα. Πες ρε, μίλα. Πες το να σε ακούσω).

Διότι δεν είναι μόνο το όπλο του μπάτσου μαγικό. Υπάρχει κόμμα το οποίο κατεβάζει τον κόσμο στο δρόμο, με απλή κρούση των δαχτύλων: Σναπ! Φτάνει να υπονοηθεί λίγη δυσφορία Αλαβάνου, ένας αστερίσκος της διατύπωσης Κουβέλη, ένα βηχαλάκι χρονοκαθυστέρησης του Τσίπρα για να μεταδοθεί ο επαναστατικός πυρετός απ’ άκρου εις άκρη στην Ελλάδα, να ριγήσει η νεανική καρδιά από ενθουσιασμό. Περιμένουν τα παιδιά με τα γραντζουνισμένα γόνατα (μορτάκια του άσπρου σύννεφου-ναυτάκια του περιβολιού), να τους δοθεί το σύνθημα: Λέγε, αφεντικό! Ρίχνω στη τζαμαρία ή τον αφήνω να κάνει Χριστούγεννα;

[Μαγική σύνδεση: Είναι αφασικοί και απολιτίκ, πλην πειθαρχημένοι στον Αλαβάνο. Όλοι τους.]

[Πάει και αλλιώς: Είναι έξυπνοι, ώριμοι, ευαίσθητοι αλλά τους υποκινεί ο Σύριζα.
Κι αυτό σωστό.]

Για τη σύνθεση του νεανικού πληθυσμού, ο Ξυδάκης, θερμός και με άποψη.

*


Οι πάντες «έμαθαν» από τα παιδιά τους. Πολιτικοί χρόνια, ούτε που τους πέρναγε από το μυαλό πως κάτι τρέχει, γύρισαν στο σπίτι συντετριμμένοι και ρώτησαν: πες μου παιδί μου· πιστεύεις πως καράφλιασα; Υπάρχει μια ταχύτατα αναπτυσσόμενη πρακτική κατευνασμού δια της συμφωνίας. Υπουργοί, πρωθυπουργοί, βουλευτές σε συμπολίτευση-αντιπολίτευση, μικροί-μεγάλοι με λουλούδια στο χέρι ομονοούν ότι οφείλουμε να εξεγερθούμε λιγουλάκι. (κόσμια πάντα) Τέτοια τρυφερή ατμόσφαιρα, σπάνια τη συναντάς. Αλλά και το βράδυ, όλοι βρίσκουν μια χαρά αιτίες-αποτελέσματα-θεραπεία . Από τον Νίκο και την Τατιάνα, στον Τατούλη και τον Λοβέρδο…αντί να διαφωνούμε άκαρπα με το κοινό αίσθημα, σκέφτονται, συμφωνούμε και επαυξάνουμε, οπότε το κοινό αίσθημα μπερδεύεται. Στο τέλος, η γιαγιά που πέταγε νεράντζια, τα κάνει κομπόστα και τα τρώει.

(για την κοσμιότητα της εξέγερσης, ο Talos, συστηματικός και πλήρης.)

Μόνο ο Χρήστος Γιανναράς, πρόλαβε εν μέσω φλεγόμενης πόλης, στα δύο πρώτα λεπτά της τοποθέτησής του στην ΕΤ3 να φωτίσει αλλιώς τα γεγονότα μιλώντας για αποδόμηση της γλώσσας και αποδόμηση της ιστορίας. Να με συγχωρεί ο αγαπητός καθηγητής αν στη συνέχεια φώτισε έτι περαιτέρω τα αίτια, αλλά δεν άντεξα. Με τέτοια αναλυτικά εργαλεία σκέψης, σκέφτηκα, όπου να ναι θα λαμπαδιάσει και η ΕΤ3.

*


Κοροϊδεύω τα της TV, αλλά χάρηκα με τις τοποθετήσεις των περισσοτέρων. Και στο ραδιόφωνο άκουσα κουβέντες τολμηρές, ανθρώπινες. Αν η μηντιακή συμπαράσταση ενέχει υποκρισία, η λεγόμενη ψύχραιμη ανάλυση πάνω στον τάφο, μου φαίνεται αφόρητη. Λαός που πλέκει κάθε αντίδραση γύρω από το συναίσθημα, χρειάζεται πάντα να προσωποποιήσει το δράμα. Να μπει στη θέση της μάνας. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ενώ ξεχείλιζε η οργή για τη δολοφονία του παιδιού οι ξένες ανταποκρίσεις κρατούσαν πάντα σε δεύτερη μοίρα το συμβάν, εστιάζοντας στην οικονομική και κοινωνική κρίση που πυροδοτεί την αντίδραση. Μπορεί να κάνω λάθος αλλά είδα σ’ αυτό μια μικρή διαφορά στη θερμοκρασία του βλέμματος. Το μεγάλο κάδρο να καταπίνει το μικρό. Δεν θέλω να αξιολογήσω στάσεις. Λέω τι με αναπαύει, προσωπικά.

(Παρήγορο συναίσθημα βρίσκω πάντα στον Μπουκάλα.)



Και κάτι ακόμα. Υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη πως το συναίσθημα συσκοτίζει την κρίση, μάς απομακρύνει από την αλήθεια, εμποδίζει την απονομή δικαιοσύνης. Πέρα από την απλοϊκή προσέγγιση ότι η αλήθεια είναι μια πραγματικότητα περίπου σαν το δέντρο απέναντι να την αγκαλιάσω, αντιλαμβάνεται και τη δικαιοσύνη σαν έννοια υπερχρονική και υπερτοπική. Λες και υπάρχει δικαιοσύνη έξω από το νομικό σύστημα που την αποδίδει. Λες και δεν ξέρουμε ότι κατά χώρα και εποχή μπορεί να καθίσεις στην ηλεκτρική καρέκλα ή να φύγεις κύριος την επομένη, ό,τι κι αν έχεις κάνει.

Δεκάδες κείμενα εντός και εκτός της χώρας, εμπεδώνουν την ιδέα ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένη έξαρση της νεανικής βίας, αλλά για ριζωμένη, βαθιά δυσφορία της κοινωνίας που (συνειδητά ή ασυνείδητα) εναποθέτει ελπίδες εξόδου, στα παιδιά της.


[φωτο: arxedia media/salami_edafous via mhulot]